Κανένας δεν έρχεται να σε σώσει σύντροφε

Κανείς δεν έρχεται να σε σώσει σύντροφε.

Κανένας.

Δεν αχνοφαίνεται επανάσταση στον ορίζοντα. Kανένα κόμμα, καμία μεγάλη ιδέα που επιτέλους θα αφυπνίσει την ουσία της ανθρωπότητας και θα μας ελευθερώσει από τις αλυσίδες μας.

Δεν υπάρχει προτωπορεία, σκοπός, καμία απόκρυφη μέθοδος εύχρηστη σε όλους μας, ώστε να ωθήσουμε τους ισχυρούς να παραιτηθούν στην μοίρα της καθημερινής ύπαρξης.

Υπήρξαν υποκριτές. Υπάρχουν κύρηκες, νταβάδες και ψευδείς θεοί που σε προτρέπουν να τους υμνήσεις. Θα σε προμηθεύσουν με άχρονες αλήθειες και αθάνατες προσωπικότητες, θα σε διαβεβαιώσουν πως αν αρκετοί άνθρωποι φορούσαν σωστή στολή ή ομιλούσαν με τον ορθό τρόπο όλα θα έβαιναν καλώς.

Υπάρχουν αυτοί φυσικά που σου αρνούνται ακόμα και αυτό, αρνητές κάθε πράξης στερουμένης σχολαστικού σχεδιασμού έως και της τελευταίας λεπτομέρειας. Ποιος θα διαχειριστεί τα σχολεία; Ποιος θα χτίσει δρόμους;

Θα χαρακτηρίσουν τα σχέδια σου αιθεροβάμοντα, αβάσιμα, μη πρακτικά, μια εξεγερσιακή ονείροξη.

Θα το δηλώσουν αυτό μισοκοιμησμένοι.

Αυτόι, τόσο σοφοί χασμουριούνται λέγοντας πως περιμένουν τον λαό να ξεσηκωθεί. Ο λαός ξεσηκώθηκε και συνετρίβη. Το occupy απέτυχε, το standing rock απέτυχε.Ότι απέμεινε είμαι εγώ και εσύ.

Αυτοί, τόσο ισχυροί χασμουριούνται λέγοντας πως αναμένουν να αναγνωριστούν τα δικαιώματα τους, το δικαίωμα να συνδιαλέγονται ή το δικαίωμα να ψηφίζουν μία αδιόρατη γραμμή που ούτε οι ίδιοι δεν πρόκειται να τηρήσουν. Που βρισκόντουσαν όλοι αυτοί στην εμφάνιση της πατριωτικής κίνησης ή του NDAA; Παραπονέθηκαν, μουρμούρησαν, ηττήθηκαν.

Διατείνονται πως προσμένουν ένα καινοφανές γεγονός σε έναν κόσμο με εκατομμύρια όμοιους τους καθημερινά. Κάθε μέρα τα κριτίρια αλλάζουν, κάθε μέρα βαλτώνουν και γερνάνε περισσότερο.

Όλοι περιμένουν μα κανένας δεν επιθυμεί να αρχίσει, όλοι θέλουν να συμμετάσχουν μα κανένας δεν θέλει να δημιουργήσει. Όλοι αδυμονούν για μία μεγάλη και γενικευμένη εξέγερση αλλά δοκίμασε να βουτήξεις ένα μήλο ή να κάψεις ένα μπατσικό και μονομιάς θα σε βαφτίσουν ”ερασιτέχνη”.

Όλοι πιστεύουν πως η αλλαγή κρύβεται στο επόμενο στενό, πως θεϊκές δυνάμεις θα μας κατευθύνουν με τον ορθό τρόπο. Όλοι είναι πεπεισμένοι πως ο χρόνος είναι με το μέρος μας, πως τα καλά κορίτσια πάντα θα νικούν και ότι τα πράγματα δεν πρόκειται να διατηρηθούν ως έχουν για πολύ ακόμα. Όλοι υποστηρίζουν ότι μια επανάσταση δίχως αιματοχυσίες και τραγωδίες είναι δυνατή, ότι όλοι θα ακουστούν και θα ενδιαφερθούν.

Όλοι είναι βέβαιοι πως η επανάσταση θα καταφτάσει σαν μια αγορά από το Amazon: γρήγορα, τακτοποιημένα και έτοιμη για χρήση στην εξώπορτα του σπιτιού τους. Έχουν παιδιά βλέπεις και πρέπει να τα θέσουν ως προτεραιότητα, αλλά ευχαρίστως θα στηριχτούν πάνω σου αν χαράξεις πορεία ώστε να βαδίσουν.

Όλοι περιμένουν. Περιμένουν κάτι. Περιμένουν κάποιον, κάποιον να τους σώσει.

Δεν θα έρθουν να σε σώσουν σύντροφε.

Κανείς δεν θα έρθει.

Αυτοί οι άνθρωποι θα πεθάνουν ακριβώς όπως έζησαν. Θα συνεχίσουν να στέκονται εκεί που βρίσκονται, στον καναπέ παίζοντας τους ρόλους τους στο διαδίκτυο αφού δεν τους κοστίζει τίποτα. Όπως το gang ball συνοδεύει διάφορες ξεχωριστές βραδιές η πολιτική είναι το κινκ που του κάνει να νιώθουν οι ίδιοι ξεχωριστοί.

Πάντα μιλούν με ιδιαίτερη θέρμη για τα συναισθήματα τους, για το πόση αλληλεγγύη προσφέρουν και χρειάζονται. Κάθε φορά που ένα έγχρωμο παιδί κείτεται σε μία λίμνη από το δικό του αίμα αισθάνονται πραγματικά άσχημα. Ειλικρινά. Αλλά έχουν δουλειές βλέπεις, και οικογένειες, τηλεοπτικές σειρές να παρακολουθήσουν και αυτοκίνητα να διατηρήσουν.

Θα λυπηθούν για σένα σύντροφε όταν θα χάσεις την δουλειά σου. Θα καλέσουν σε γενική απεργία φτιάχνοντας αφίσες, κονκάρδες και καρφίτσες. Υπό την προυπόθεση πως είναι σαββατοκύριακο εκτός της περιόδου των διακοπών φυσικά και με τα απαιτούμενα χρονικά αποθέματα, ώστε να πραγματοποιηθούν οι απαραίτητες συζητήσεις επί του θέματος.

Αναπτύσσονται μέχρις ότου να γεράσουν, αυτοί οι άνθρωποι, ευτυχισμένοι με την ιδέα πως αν διέθεταν την ευκαιρία θα πραγματοποιούσαν κάτι εξαίσιο. Δεν θα έχουν βαρύθυμες αλλά ευάρεστες μικρές κηδείες, όπου θα γιορτάζουν τις μέτριες ζωές τους, κομπάζοντας για το πόσο ”γενναίοι” υπήρξαν και πόσο ”σκληρά” πολέμησαν για την ελευθερία.

Το ποιος δεν αναφέρεται ποτέ. Το πως και που, μέσω επιδέξιων υπεκφυγών δεν τίθεται ως θέμα συζήτησης.

Υπάρχουν εκατομμύρια σαν αυτούς σύντροφε. Πάντα υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Θα γεννιούνται ώστε να σπαρταρίσουν τριγύρω για λίγο και σύντομα να επιστρέψουν πίσω στην τρύπα  από την οποία αναδύθηκαν.

Αναμένουν κάτι να ακολουθήσουν, σε συνεχή επιφυλακή να βρουν κάτι να συμμετάσχουν και περιμένουν υπομονετικά κάποιον να σπρώξει τροφή στο στόμα τους βοηθώντας τους έπειτα να την μασήσουν.

Θα τους περιμένεις εσύ σύντροφε;

Θα περιμένεις του ίδους ανθρώπους που προτιμούν να υποφέρεις ή να πεθάνεις προκειμένου να συνεχίσουν να παίζουν απρόσκοπτα risk;
Θα περιμένεις τους ίδιους ανθρώπους που δεν διατίθενται να σηκώσουν ούτε το δάχτυλο τους να σε βοηθήσουν έως ότου διαβεβαιωθούν πως η ασφάλεια τους είναι εγγυημένη και ο λόξυγγας έχει επεξεργαστεί;
Θα περιμένεις λανσάροντας σχέδια ώστε να πείσεις αυτούς που χρειάζονται πίστη, που δεν πρόκειται να κουνηθούν ίντσα μέχρι να σιγουρευτούν πόσα δέντρα θα φυτευθούν σε κάθε σχολείο, όταν ξαφνικά ελευθερωθεί, για τους κουφούς και τους τυφλούς;
Θα περιμένεις τους ανθρώπους που βαφτίζουν τις πράξεις σου αμαρτωλές καθώς γονατίζουν μπροστά στα γκλοπ των μπάτσων;
Θα περιμένεις όλον τον πλανήτη να συμφωνήσει με μια ιδέα; με ένα πρωτόφαντο ιστορικά οικουμενικό γεγονός;

Είσαι προετοιμασμένος αγαπητέ σύντροφε να πεθάνεις όπως αυτόι, πριτριγυρισμένος από προσφορές φθηνών πάρτυ και ακόμα φθηνότερης μουσικής καθώς οι φίλοι σου τραγουδούν ύμνους  σε μια κοινότυπη ύπαρξη;

Ή θα δράσεις;

Μην με περνάς για ανόητο σύντροφε, όπως με την σειρά μου ελπίζω να μην είσαι εσύ. Δεν θέλω να πεθάνω και σίγουρα δεν θέλω να καταλήξω στην φυλακή. Δεν έχω κάποιο ώφελος γινόμενος μάρτυρας διότι θέλω να είμαι ελέυθερος όπως θέλεις και εσύ.

Αλλά αν είσαι έτοιμος να δράσεις, να παραμερίσεις τους δισταγμούς και πραγματικά να χτίσεις τότε ίσως έχουμε κάποια ελπίδα. Εσύ και εγώ. Δεν πρόκειται να ξανααναφερθώ στους άλλους.

Τι θα γινόταν αν εστιάζαμε στην δική μας απελευθέρωση; Τι θα γινόταν αν κατασκευάζαμε τις αναγκαίες κατ’ εμάς δομές; Τι θα γινόταν αν αντί να συζητούσαμε για το χρώμα στις σημαίες και το στυλ μαλλιών συνδιαλεγόμασταν πάνω στο τι καλλιέργιες θα φυτεύαμε ή τι καταστήματα θα ληστεύαμε; Τι θα γινόταν αν δημιουργούσαμε μια ένωση, μια συμμορία, αφοσιωμένη στο κυνήγι της ελευθερίας; Τι θα γινόταν αν σταματούσαμε να επιχειρηματολογούμε διαδικτυακά και ξεκινούσαμε να γίνουμε πραγματικοί σύντροφοι, σύντροφοι οι οποίοι θα προστατέψουν ο ένας τον άλλον από τους μπάτσους και θα πρόσφεραν καταφύγιο;

Τι θα γινόταν αν μπορούσαμε να βασιστούμε αμφότεροι ο ένας στον άλλον σε τέτοιο βαθμό ώστε να ένιωθα ασφαλής όπου κι αν πήγαινα επειδή ένα πλήγμα στον έναν θα μεταφραζόταν ως πλήγμα και στον άλλον;  Τι θα γινόταν αν δεν περιμέναμε για έναν αποκαλυπτικό, ολοκληρωτικό πόλεμο και αντιθέτως εξαπολύαμε τον δικό ΜΑΣ πόλεμο καθημερινά, έναν πόλεμο ενάντια σε ότι μας υποδουλώνει;

Τι θα γινόταν αν επιδιώκαμε όλα αυτά; Τι θα γινόταν αν απομακρύναμε τις ιδεολογικές θεωρίες και  επικεντρώναμε σε όλα αυτά; Γιατί όχι; Γιατί να περιμένουμε;

Κανείς δεν πρόκειται να μας σώσει σύντροφε.

Κανείς.

Έτσι εξαρτάται από εσένα και εμένα.

Πηγή: https://theconjurehouse.com

Μετάφραση: Ηorizontal Mortem (Σύμπραξη Αναρχικών – Consumimur Igni)

Χειρονομία μνήμης προς τιμήν του συντρόφου Mauricio Morales

Στις 22 Μαϊου του 2009 πέφτει νεκρός ο αναρχικός αγωνιστής Mauricio Morales, την ώρα που μεταφέρει εκρηκτικό μηχανισμό για να τον τοποθετήσει σε σχολή δεσμοφυλάκων στο Σαντιάγκο.

Ο Mauri είναι μια από τις πολλές σπίθες της αναρχικής εξέγερσης, όπως όλες και όλοι μας. Βρίσκεται δίπλα μας, ανάμεσα μας, απεικονίζει τις αγωνιώδεις προσδοκίες μας κάθε φορά που παίρνουμε θέση μάχης στον δρόμο και όπου αλλού χρειαστεί. Κι αυτά τα λόγια δεν αποτελούν ούτε επικήδεια άσματα μήτε νεκρόφιλες φανφάρες, αλλά μερικές αράδες που οφείλουμε να εκφράσουμε προς τιμήν ενός συντρόφου που έζησε με αξιοπρέπεια, λύσσα και σθένος πολεμώντας την εξουσία και πεθαίνοντας με τη βόμβα στα χέρια.

Κυρίως, όμως, χρωστάμε στους εαυτούς μας την συντήρηση της πλούσιας επαναστατικής μνήμης. Μιας μνήμης γραμμένης με το αίμα, τα πάθη, τις προσδοκίες, τις απογοητεύσεις, τις χαρές και τις λύπες αμέτρητων συντρόφων, των οποίων οι κραυγές σύνθεσαν συνταρακτικές μελωδίες ανταρσίας στην βουβαμάρα των αστικών νεκροταφείων. Είναι τα διαχρονικά αυτά αλυχτίσματα, ζωντανά στις καθημερινές μας μικρές και μεγάλες συγκρούσεις με τον κόσμο της εξουσίας ο πραγματικός δεσμός μεταξύ θεωρίας και πράξης. Η μέθοδος δια της οποίας η καλοδιατηρημένη αυτή μνήμη μετατρέπει τις λέξεις σε σφαίρες και τις σφαίρες σε ποίηση. Την μόναδική ουσιώδη ποίηση σφυρηλατημένη στα πεδία του εντεινόμενου πολέμου ενάντια στην κυριαρχία.

Έτσι λοιπόν, κάθε 22η Μαϊου είναι και μια υπενθύμιση πως ο αγώνας ενάντια στο κράτος και τον καπιταλισμό δεν έχει φτάσει στο τέλος του, αλλά εκτυλίσσεται διαρκώς όσο παίρνει σάρκα και οστά μέσα απ’ τα φλεγόμενα οδοφράγματα στους δρόμους της Ευρώπης μέχρι τις λεωφόρους της Λατινικής Αμερικής. Πραγματώνεται στο παρόν, κάθε λεπτό που αποφασίζουμε να περάσουμε στην αντεπίθεση και να αναλάβουμε δράση, παραμερίζοντας τη μιζέρια και τη μεμψιμοιρία. Η πεποίθηση ότι το κράτος πρόκειται για ένα άτρωτο και παντοδύναμο τέρας είναι μια ηττοπαθής και βολική ψευδαίσθηση… ας την πετάξουμε στα σκουπίδια. Καιρός να εντείνουμε τις επιθέσεις μας στον κόσμο της εξουσίας, διαχέοντας τη πολύμορφη αναρχική πρακτική σε κάθε γωνιά ανά την υφήλιο.

Στέλνουμε μαχόμενα σινιάλα ανταρσίας στα συντρόφια της Χιλής που καβλώνουν να μπαχαλεύουν και να συγκρούονται με μπάτσους.

Είμαστε μ’ αυτούς που διατηρούν ακέραιη τη λύσσα τους και αιχμηρή τη συνείδησή τους σαν καλοακονισμένο στιλέτο.

Mauricio Morales Παρών!

Θάνατος στους κρατικούς ρουφιάνους

Celulas del Fuego es nuestro corazon / Mauri presente

*

Εργαστήριο για την εξάπλωση της μαύρης πανώλης
mavrh_panwlh(at)espiv.net

Σύμπραξη Αναρχικών – Consumimur Igni
consumimurigni(at)espiv.net

Αντιμετωπίστε το, οι πολιτικές σας είναι βαρετές μέχρι αηδίας

Κείμενο ανώνυμου που είχε αποθηκευτεί σε αρχείο με την πηγή του να έχει χαθεί

Ξέρετε πως είναι αλήθεια. Ειδάλλως γιατί όλοι συστέλλονται όταν ειπώνεται η λέξη; Γιατί το ακροατήριο στις συναθροίσεις συζήτησης πάνω στην αναρχοκομμουνιστική θεωρία έχει πέσει πρωτοφανώς χαμηλά; Γιατι το καταπιεσμένο προλεταριάτο δεν έχει εκλογικευτεί ακολουθώντας σας στον αγώνα για παγκόσμια ελευθερία;

Ίσως μετά από χρόνια προσπάθεια να τους διδάξετε σχετικά με το καθεστώς εκμετάλλευσης τους καταλήξατε στο να τους κατηγορείτε για την κατάσταση τους. Πρέπει να θέλουν να κείτονται κάτω από την μπότα της καπιταλιστικής επέκτασης, διαφορετικά, γιατί δεν επιδεικνύουν ενδιαφέρον για τα πολιτικά αίτια; Γιατί δεν έχουν σηκωθεί από τα έπιπλα τους να ψάλλουν συνθήματα σε προσεκτικά σχεδιασμένες και ενορχηστρωμένες διαδηλώσεις και να συχνάζουν σε αναρχικά βιβλιοπωλεία; Γιατί δεν έχουν αφιερωθεί στο να κατανοήσουν ολοκληρωτικά την απαραίτητη ορολογία για μια γνήσια κατανόηση των περιπλοκών της Μαρξιστικής οικονομικής θεωρίας;

Η αλήθεια είναι ότι οι πολιτικές σας τους φαίνονται βαρετές διότι είναι πραγματικά αδιάφορες. Γνωρίζουν ότι οι παρωχημένοι τρόποι διαδήλωσής σας – οι πορείες, τα σύμβολα και οι μαζώξεις – είναι πλέον ανύμπορες να παράξουν μία ριζική αλλαγή διότι έχουν μετατραπεί σε ιδιαίτερα προβλέψιμο στοιχείο του κατεστημένου. Γνωρίζουν ότι η Μετα-Μαρξιστική εξειδικευμένη διάλεκτος είναι απωθητική επειδή συνιστά μια γλώσσα αμιγώς ακαδημαϊκών διενέξεων, όχι ένα όπλο ικανό να υπονομεύσει συστήματα ελέγχου. Γνωρίζουν ότι οι εσωτερικές φαγωμάρες, οι πολυσχιδείς ομάδες και οι ατέρμονες διαμάχες πάνω από εφήμερες θεωρίες δεν μπορούν ποτέ να επηρρεάσουν την πραγματικότητα που βιώνουν από μέρα σε μέρα. Γνωρίζουν πως ασχέτως του ποιος είναι στο γραφείο, των εγγεγραμένων στα εγχειρήδια νόμων, του -ισμού στην σκιά του οποίου παρελαύνουν οι ακαδημαϊκοί, το περιεχόμενο της ζωής τους θα παραμείνει αναλοίωτο. Γνωρίζουν ( γνωρίζουμε ) πως η ανία μας είναι απόδειξη πως αυτές οι ”πολιτικές” δεν είναι το κλειδί για έναν γνήσιο μετασχηματισμό της ζωής. Γιατί οι ζωές μας είναι ήδη αρκετά βαρετές.

Και το καταλαβαίνετε και εσείς. Για πόσους από εσάς η πολιτική συμμετοχή είναι υποχρέωση; Μια ενασχόληση λόγω αισθήματος καθήκοντος, όταν στο βάθος της καρδιάς σας βρίσκονται εκατομμύρια πράγματα που θα προτιμούσατε να κάνετε; Η εθελοντική σας εργασία αποτελεί την αγαπημένη σας δραστηριότητα ή την πραγματοποιείτε λόγω μιας αίσθησης υποχρέωσης; Γιατί θεωρείτε πως είναι τόσο δύσκολο να προθυμοποιήσετε τους άλλους να δράσουν όπως εσείς; Μήπως, πάνω απ’ όλα ένα αίσθημα ενοχής σας ωθεί να επιτελέσετε το ”καθήκον” σας με το να είστε πολιτικά ενεργοί; Ίσως να φτιασιδώνετε την ”εργασία” σας προσπαθώντας ( συνειδητά ή όχι ) να μπλέξετε με τις αρχές ώστε να συλληφθείτε; Όχι γιατί θα εξυπηρετήσετε πρακτικά τον σκοπό σας αλλά για να κάνετε τα πράγματα περισσότερο συναρπαστικά, να ανακτήσετε λίγο από τον ρομαντισμό του πολυτάραχου παρελθόντος που έχει προ πολλού ξεφτίσει. Έχετε αισθανθεί ποτέ να συμμετέχετε σε μια τελετουργία, μια πολυετή-καθιερωμένη παράδοση διακοσμητικών διαδηλώσεων που συνεισφέρουν αποκλειστικά στην ενίσχυση της θέσης του δημοσίου; Έχετε ποτέ μύχια επιθυμήσει να διαφύγετε από το τέλμα και την ανία των πολιτικών σας καθηκόντων;

Δεν προκαλεί έκπληξη το ότι κανένας δεν σας ακολουθεί στους πολιτικούς σας αγώνες. Ίσως να επαναλαμβάνετε στους εαυτούς σας πως είναι μια επώδυνη και άχαρη εργασία αλλά κάποιος πρέπει να την κάνει. Η απάντηση είναι ξεκάθαρα ΟΧΙ.

Για την ακρίβεια μας προκαλείτε αληθινή φθορά με τις κουραστικές και ανιαρές πολιτικές σας. Γιατί στην πραγματικότητα τίποτα δεν είναι πιο σημαντικό από την πολιτική. Όχι την πολιτική της Αμερικάνικης ”δημοκρατίας” και του συντάγματος για το ποιος θα εκλεγεί κυβερνήτης να υπογράφει τους ίδιους φόρους και να διαιωνίσει το ίδιο σύστημα. Όχι την πολιτική της αναρχικής υποκουλτούρας του ” ασχολήθηκα με την ριζοσπαστική αριστερά διότι απολαμβάνω να υπεκφεύγω πάνω σε ασήμαντες λεπτομέρειες και να γράφω ρητορικά για κάποια ανέφικτη ουτοπία”. Όχι την πολιτική των ηγετίσκων ή των ιδεολογιών που απαιτούν να πραγματοποιήσεις θυσίες για ”τον σκοπό”, αλλά την πολιτική των καθημερινών μας ζωών. Όταν διαχωρίζεις την πολιτική από τις άμεσες, καθημερινές εμπειρίες των μεμονωμένων αντρών και γυναικών τότε αυτή γίνεται εντελώς αδιάφορη. Πράγματι, μετατρέπεται σε ιδιωτική κτήση πλούσιων, άκαπνων διανοητών οι οποίοι, προβληματίζουν τους εαυτούς τους με τέτοιου είδους θλιβερές θεωρητικολογίες. Όταν εμπλέκεις τον εαυτό σου στην πολιτική εξαιτίας ενός αισθήματος καταναγκασμού και κάνεις την πολιτική δράση μια πληκτική ευθύνη αντί για ένα συναρπαστικό παιχνίδι που αξίζει τον κόπο καθ’ αυτό, απομακρύνεις ανθρώπους των οποίων οι ζωές είναι ήδη υπερβολικά βαρετές για περαιτέρω πλήξη. Όταν καθιστάς την πολιτική ένα άψυχο αντικείμενο, μια ανιαρή διαδικασία, μια απαίσια αγγαρεία τότε αυτή μεταποιείται σε ακόμα ένα φορτίο στις πλάτες των ανθρώπων αντί για ένα μέσο απομείωσης των ήδη υφιστάμενων. Και τοιουτοτρόπως καταστρέφεις την έννοια της πολιτικής για τους ανθρώπους που θα όφειλε να είναι θέμα βαρύνουσας σημασίας. Για όλους αυτούς που έχουν όφελος να στοχαστούν τις ζωές τους, να αναρωτηθούν τί θέλουν από την ζωή και πώς να το πάρουν. Αλλά κάνετε την πολιτική να μοιάζει με ένα μίζερο, αυτοαναφορικό, ανούσιο μεσοαστικό παιχνίδι, ένα παιχνίδι δίχως συνάφεια με τις πραγματικές ζωές που βιώνουν.

Τί θα όφειλε να αποκαλείται πολιτική; Το κατά πόσο απολαμβάνουμε την διαδικασία εξασφάλισης τροφής και στέγης. Το αν προσλαμβάνουμε τις καθημερινές μας συναναστροφές με φίλους, γείτονες και γνωστούς ως ικανοποιητικές. Το αν έχουμε την ευκαιρία να ζούμε κάθε μέρα με τον τρόπο που επιθυμούμε. Και η πολιτική δεν θα έπρεπε να εγκλωβίζεται σε απλές συζητήσεις αυτών των αποριών αλλά να επεκτείνεται στην δραστηριοποίηση για την επίλυση τους στο παρόν. Δραστηριοποίηση από μόνη της διασκεδαστική, συναρπαστική, ευχάριστη – διότι η πολιτική δράση που είναι ανιαρή, πληκτική και καταπιεστική μπορεί μόνο να αναπαράγει ανία, πλήξη και καταπίεση στις ζωές μας. Όχι άλλος χρόνος σπαταλημένος σε αδιάφορες συζητήσεις όταν την επόμενη μέρα πρέπει πάλι να συρθούμε για δουλειά. Όχι άλλες προβλέψιμες τελετουργικές διαδηλώσεις τις οποίες οι αρχές γνωρίζουν πολύ καλά πως να αντιμετωπίσουν. Όχι άλλες μονότονες διαδηλώσεις ως τρόπο να περάσεις ένα ακόμα σαββατιάτικο απόγευμα, απωθητικές ακόμα και για επαγγελματίες εθελοντές. Αναμφίβολα αυτά δεν θα μας βγάλουν πουθενά. Ποτέ ξανά δεν θα θυσιάσουμε τους εαυτούς μας γι’ αυτόν τον σκοπό. Γιατί εμείς αυτούσιοι, η ευτυχία στις δικές μας ζωές και τις ζωές των συντρόφων μας πρέπει να είναι ο σκοπός.

Αφού κάνουμε την πολιτική σχετική με εμάς και διασκεδαστική, τα υπόλοιπα θα ακολουθήσουν. Αλλά από μια θλιβερή, αμιγώς θεωρητική και τετριμμένη πολιτική, τίποτα πολύτιμο δεν θα προκύψει. Αυτό δεν συνεπάγεται με την διαπίστωση πως δεν θα έπρεπε να επιδεικνύουμε ενδιαφέρον για την ευημερία ανθρώπων, ζώων ή περιοχών που δεν συνδέονται απευθείας με την ημερήσια ύπαρξη μας. Αλλά τα θεμέλεια της πολιτικής μας επιβάλλεται να είναι συμπαγή. Πρέπει να είναι άμεση, πρέπει να είναι εμφανές στον καθένα το γιατί αξίζει την προσπάθεια, πρέπει να είναι ευχάριστη. Πώς να επιτελέσουμε θετικά έργα για τους άλλους αν οι ίδιοι δεν απολαμβάνουμε τις ζωές μας;

Για να το συγκεκριμενοποιήσουμε όμως:

Ίσως έχει έρθει η ώρα να αναδειχθεί μια καινούρια λέξη για την ”πολιτική” εφόσον έχετε παράξει έναν τόσο βλάσφημο ορισμό μέσα από τον αρχέτυπο. Γιατί κανείς δεν θα έπρεπε να εκτοπίζεται όταν συζητάμε τρόπους δράσης για την βελτίωση των ζωών μας. Και έτσι, συνοψίζοντας σας παρουσιάζουμε τα προτάγματα μας, τα οποία είναι αδιαπραγμάτευτα και πρέπει να διεκπεραιωθούν το συντομότερο δυνατόν διότι δεν πρόκειται να ζήσουμε για πάντα. Έτσι δεν είναι;

1) Κάντε τα πολιτικά θέματα να συνάδουν με την καθημερινή εμπειρία της ζωής που βιώνουμε. Όσο απομακρύνεται το πολιτικό διακύβευμα από την καθημερινότητα μας, τόσο το λιγότερο θα μας απασχολεί. Όσο ανεδαφικά και αβάσιμα δείχνουν τόσο ανιαρή θα είναι η πολιτική.

2) Σύνολη η πολιτική δραστηριότητα οφείλει να είναι ευχάριστη και συναρπαστική η ίδια. Δεν μπορείς να διαφύγεις από την πλήξη με περισσότερη πλήξη.

3) Η επίτευξη των 2 πρώτων στόχων απαιτεί την δημιουργία ολότελα νέων προσεγγίσεων και μεθόδων. Οι τωρινές είναι παρωχημένες και απαρχαιομένες. Ίσως μάλιστα ποτέ δεν ήταν οι προσήκουσες και γι’ αυτό ο κόσμος μας έχει αυτήν την μορφή.

4) Απολαύστε! Δεν υπάρχει τίποτε για το οποίο αξίζει να βαριέστε… ή να είστε βαρετοί.

Ας κάνουμε την επανάσταση ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι με τα μεγαλύτερα ρίσκα και στοιχήματα αλλά κατά τα άλλα ένα ευχάριστο, ανέμελο παιχνίδι

Ανώνυμου.

Μετάφραση: Horizontal Mortem (Σύμπραξη Αναρχικών – Consumimur Igni)

Sidney E. Parker: Νίτσε – Αντίχριστος;

Σημειώσεις: Οι πληροφορίες στο τέλος είναι συμπληρώσεις του μεταφραστή και όχι κομμάτι του αρχικού κειμένου.

Η μετάφραση αυτή δεν ισοδυναμεί με ταύτιση απόψεων κειμένου και μεταφραστή.

Sidney E. Parker[1] —- Νίτσε: Αντίχριστος;

(Όλα τα αποσπάσματα του Νίτσε, εκτός αν σημειωθεί κάτι διαφορετικό, προέρχονται από την έκδοση του αντίχριστου δημοσιεύμένη εκ του E. Haldeman Julius[2] )

Υπήρξαν πολλές εξαιρετικές επιθέσεις εναντίον του χριστιανισμού, ισχυρές και αποτελεσματικές με τον δικό τους τρόπο και κάποιος θα διστάσει να διακρίνει την οποιαδήποτε μέσω του υπερθετικού ” η τελειώτερη” αλλά αν εγώ ήταν να χρησιμοποιήσω τον υπερθετικό αυτό – ιδίως με σεβασμό για την ωμή εκρηκτική δύναμη εμπνευσμένων αφορισμών – θα έπρεπε να τον απονείμω στον Αντίχριστο του Φ.Νίτσε….Ο αναγνώστης δεν θα εντυπωσιαστεί μόνο διανοητικά, αλλά θα παθιαστεί και ταρακουνηθεί στα βάθη, από την έξοχη, σαρωτική θέρμη της επίθεσης του.

Είναι αυτές οι λέξεις με τις οποίες ο περίφημος αμερικάνος στοχαστής και εκδότης, E.Haldeman Julius, ξεκινά την εισαγωγή στην έκδοση του 1930 Ο Αντίχριστος. Αυτός ο Νίτσε είναι αντί-χριστιανός, – ήτοι ενάντια στην χριστιανική εκκλησία – εμφανές στον οποιοδήποτε τον έχει διαβάσει. Η ερώτηση που θα ήθελα να θέσω, ωστόσο, είναι πραγματικά αντί-χριστος όπως ισχυρίζεται ότι είναι; Πριν δώσω την απάντηση μου θα ήταν χρήσιμο εν συντομία να σκιαγραφήσω τον τρόπο που ο Νίτσε αντίκριζε τον χριστιανισμό.

Ο Νίτσε, προτίστως, δεν απασχολεί τον εαυτό του με συνήθεις ερωτήσεις σχετικά με την χρονολόγηση των χριστιανικών ευαγγελίων, την συνέπεια ή την ασυνέπεια τους, ή την ύπαρξη ή όχι του Χριστού. Με άλλα λόγια την εγκυρότητα επίγραφων αποδεικτικών στοιχείων του χριστιανισμού. Ούτε επικέντρωνε σε επιχειρηματολογίες για ή ενάντια στην ύπαρξη του θεού παρότι αποκαλεί τον εαυτό του άθεο, υιοθετεί αυτό που ο ίδιος περιγράφει σαν ψυχολογική προσέγγιση η οποία περιστρέφεται γύρω από την ερώτηση: O χριστιανισμός ενισχύει ή υποτιμά την ζωή; Γράφει:

Τι είναι καλό; Αυτό που ενισχύει την αίσθηση της δύναμης, την θέληση για δύναμη και την ίδια την δύναμη στους ανθρώπους. Τι είναι κακό; Οτιδήποτε είναι ριζωμένο στην αδναμία. Τι είναι ευχαρίστηση; – το αίσθημα ότι η δύναμη αυξάνεται και ότι η αντίσταση υπερνικείται. Όχι η ικανοποίηση, αλλά η περισσότερη δύναμη. Όχι η ειρήνη με κάθε κόστος, αλλά ο πόλεμος. Όχι η αρετή, μα η αξία!…. Οι αδύναμοι και οι παρηκμασμένοι θα έπρεπε να βουλιάξουν στο έδαφος: Αυτό είναι το ανθρωπιστικό μας σύνθημα: και θα έπρεπε να βοηθηθούν να βουλιάξουν. Ποιο είναι το πλέον επιζήμιο ελάτωμα; Ο οίκτος για τους αρρώστους και του εκφυλισμένους – Χριστιανισμός.

Ο Νίτσε διατείνεται πως οι επιθέσεις κατά του χριστιανισμού τον καιρό του δεν ήταν μοναχά άτολμες αλλά και εσφαλμένες. Ο χριστιανισμός είναι έγκλημα ενάντια στην ζωή και το πρόβλημα της ”αλήθειας” του δεν έχει αξία εκτός αν οδηγεί σε μελέτη του ηθικού του κύρους.

Ο χριστιανισμός επιχειρεί να αντιστρέψει την φυσική επιλογή. Ο χριστιανός είναι ένα άρρωστο και παρηκμασμένο άτομο που προσπαθεί να ματαιώσει την φυσική πορεία της εξέλιξης θέλοντας να καταστήσει το αφύσικο, νόμο. Επιδιώκει να διατηρήσει τους φυσιολογικά κακοφτιαγμένους, αυτούς που είναι αδύναμοι και να ενδυναμώσει το ένστικτο να προστατεύουν ο ένας τον άλλο. Αυτοί που δεν θεωρούν την στάση αυτή άσεμνη ανήκουν στο ίδιο αρρωστιάρικο πλήθος.

Η γνήσια αγάπη για την ανθρωπότητα [ γράφει ] κοστίζει θυσίες για το καλό του είδους. Είναι κάτι δύσκολο, γεμάτο με αυτοέλεγχο διότι απαιτεί απώλειες.

Προσθέτει:

Ούτε σαν κώδικας ηθικής αλλά ούτε και σαν θρησκεία ο χριστιανισμός έχει κάποιο σημείο επαφής με τα πράγματα όπως αυτά είναι. Απασχολείται με ολότελα φανταστικές αιτίες…. και αμιγώς φανταστικές ιδιότητες. Επικοινωνεί με καθαρώς φανταστικά πλάσματα….Πρεσβεύει μια φασματική επιστήμη και μια φασματική ψυχολογία…. Αυτός ο κόσμος καθαρής φαντασίας, οφείλει να διακρίνεται αρνητικώς, από τον κόσμο των ονείρων αφού ο κόσμος των ονείρων τουλάχιστον αντανακλά την πραγματικότητα, ενόσω ο άλλος την παραχαράσει, την συκοφαντεί και την αρνείται.

Όλη η θρησκεία γεννιέται από τον φόβο, ο χριστιανισμός όμως είναι κάτ’ ουσίαν προιόν δουλικών πνευμάτων. Οι σκλάβοι φοβόντουσαν τους αφέντες τους και επιθυμούσαν εκδίκηση για την κατωτερότητα τους. Ο χριστιανισμός αναδύθηκε από την δυσαρέσκεια τους ,έχοντας ως στόχο την υπονόμευση της αυτοπεποίθησης των κυρίαρχων καστών μέσω της επικούρειας των προκαλών-ενοχή ιδεών της αμαρτίας και του οίκτου. Ήταν ένα ισοπεδοτικό δόγμα, όπως και ο απόγωνος του ο σοσιαλισμός. Το αποτέλεσμα του θριαμβευτικού αυτού ξεσηκωμού των σκλάβων ήταν η καταστροφή των πνευματικών επιτευγμάτων του αρχαίου κόσμου. Η επιστημονική μέθοδος, η τέχνη της ανάγνωσης, η έννοια των γεγονότων – όλα ήταν μάταια.
Θάφτηκαν σε μια νύχτα. Δεν ποδοπατήθηκαν μέχρι θανάτου από γερμανικά και άλλα βαριά πόδια. Αλλά στιγματήστηκαν από επιδέξια, λανθάνοντα ανεμικά βαμπίρ. Δεν κατακτήθηκαν – απλώς αποστραγκίστηκαν.

Ο Νίτσε ολοκληρώνει τον αντίχριστο με μία καταγγελία του χριστιανισμού ως την μεγάλη κατάρα, την εσωτερική εξαχρείωση, την σκοτεινή ώθηση της μνησικακίας για την οποία καμιά υπεκφυγή δεν είναι αρκετά αχρεία, λαθραία, δόλια, αρκετά κακή. Θα έλεγα πως πρόκειται για την βρώμικη κυλίδα στα κατορθώματα του ανθρώπου.

Παρά την τραχύτητα των καταγγελιών του Νίτσε όμως, η θέση του ενάντια στον χριστιανισμό είναι ατελής. Όπως ο Benjamin de Casseres επισήμανε:

Ο Αντίχριστος συνιστά μια υπεκφυγή. Ήταν μια τρομακτικά σφοδρή επίθεση – η μέγιστη στα χρονικά – Αλλά ο χριστιανισμός και ο χριστός είναι ένα και το αυτό.

Ο Νίτσε στην πραγματικότητα αφήνει τον Χριστό σχετικά στο απυρόβλητο, εστιάζοντας το μίσος του στον Απόστολο Παύλο τον οποίο θεωρεί πνευματικό πατέρα της χριστιανικής πίστης. Ο Νίτσε κατηγορεί τον Παύλο για την θυσία του ”Σωτήρα, τον κάρφωσε στον ίδιο του τον σταυρό.” Ακόμα, κατηγορεί τους μαθητές του για κατοχή των ”πλέον αντιχριστιανικών επιθυμιών για εκδίκηση,” λες και οι πολυάριθμες απειλές πέρι κόλασης και καταδίκης αποδιδόμενες στον Χριστό της νέας διαθήκης μπορούν να ερμηνευτούν ως οτιδήποτε άλλο παρά μια γνήσια χριστιανική επιθυμία για εκδίκηση! Αργότερα διατείνεται ότι αυτές οι απειλές ” τοποθετήθηκαν στο στόμα του Κυρίου” από αυτούς τους ασήμαντους ανθρώπους. Σε άλλο απόσπασμα καταγγέλει ότι:

Ο χαρακτήρας του Σωτήρα, η διδασκαλία του, ο τρόπος ζωής τους, το νόημα του, ακόμα και η παρακαταθήκη του θανάτου του – όλα παραποιήθηκαν έως ότου τίποτα καταγεγραμμένο να προσεγγίζει στο ελάχιστο τα γεγονότα.

Τι ήταν αυτό το υποτιθέμενο γεγονός και πως γνώριζε ότι διέφερε εκ του αρχείου ο Νίτσε δεν αναφέρει. Πράγματι, θα φαινόταν πως εδώ αντιπαραβάλει την προσωπική του φαντασία για τον Χριστό με την κοινή φαντασία της εκκλησίας.

Ο περίφημος ισχυρισμός του Νίτσε ότι ΄΄ Υπήρξε μόνο ένας χριστιανός και αυτός πέθανε πάνω στον σταυρό” συνιστά ένα ακόμα παράδειγμα του ευλαβικού τρόπου δια του οποίου προσεγγίζει τον χριστιανικό μύθο. Ακόμα ένας ένθερμος Νιτσεϊκός όπως ο Oscar Levy[3] παραδέχεται ότι:

Ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια αδυναμία στο ισχυρό πνεύμα του Νίτσε ο οποίος, με όλη την βαθιά διορατικότητα του, ήταν περισσότερο αντιχριστιανός παρά ένας αντί-χριστος και ο οποίος διέθετε λόγω καταγωγής, υπολείματα σεβασμού για τον Σωτήρα στο αίμα του.

Αλλά υπάρχουν περισσότερα στον σεβασμό του Νίτσε για τον Χριστό πέραν της επιροής γενεαλογικών αποθεμάτων. Αν ο Χριστός νοηθεί ως ένα σύμβολο για την ”λύτρωση της ανθρωπότητας”, τότε ο Νίτσε θα είχε αισθανθεί μια δυνατή έλξη γι’ αυτόν, διότι ο ίδιος ποθούσε εξίσου την αποκαθαίρεση της ανθρωπότητας μέσω του ευαγγελίου του για τον υπεράνθρωπο παρά τον ισχυρισμό του στο Ίδε ο Άνθρωπος ”Το τελευταίο πράγμα που θα υποσχεθώ είναι η ”βελτίωση” της ανθρωπότητας. Δεν θα εγείρω νέα ίδωλα: ας μάθουν τα παλιά τι σημαίνει να έχεις πύλινα πόδια.’

Εδώ για παράδειγμα, βρίσκεται ο μεσσιανικός Νίτσε σε πλήρη πτήση.

Εσείς οι σύγχρονοι ερημίτες, εσείς οι αποστάτες, εσείς μια μέρα θα είστε ένας άνθρωπος: ανάμεσα από σας που επιζητάτε τους εαυτούς σας ένας εκλεκτός άνθρωπος θα ανατήλει – και μέσω αυτού, ο υπεράνθρωπος.

Αλήθεια, ένας τόπος ανάρρωσης η γη θα γίνει. Και ήδη μια νέα τάξη σχηματίζεται γύρω της, λυτρωτική οσμή φέρει και μια νέα ελπίδα. (Έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα)

Αυτή η μεσσιανική ένταση του Νίτσε φανερώθηκε ευκρινώς στην ” Φιλοσοφία του Νίτσε ” από τον Georges Chatterton- Hill[4]:

Αυτοί που αναπαριστούν τον υπεράνθρωπο ως την ενσάρκωση της φιλαυτείας λανθάνουν οικτρά. Δεν είναι η προσωπική απόλαυση αυτό που ο υπεράνθρωπος αποζητά, αλλά η δικαίωση του αιώνιου γίγνεσθαι, το οποίο είναι η αϊδιος κοσμική διαδικασία…. την εξαργύρωση της ανθρωπότητας διαμέσου του πόνου, μέσω του μεγάλου και έντονου πόνου. Και μέσα από αυτόν τον δρυμύ πόνο αναδύεται ακριβώς αυτό το υπέρτατο έργο τέχνης που είναι ο υπεράνθρωπος, ο οποίος μέσω των έργων του δικαιώνει ότι είναι άθλιο και οικτρό στην ύπαρξη εγείροντας το στον κολοφώνα της ομορφιάς. Ο υπεράνθρωπος γαλουχημένος στο σχολείο του πόνου με την σειρά του ανακλά το ίδιο του το μεγαλείο στο όλον της ζωής: και η ζωή ειδωμένη στο εκτυφλωτικό φως, ριγμένο πάνω της από την δόξα του υπερανθρώπου θα απολυτρωθεί, θα επιβεβαιωθεί, θα ιεροποιηθεί και θα δικαιωθεί.

Είναι χαρακτηριστικό όλων των θρησκευτικών και μεσσιανικών δογμάτων η απάιτηση τους για υποβολή του ατόμου σε μια υπερατομική οντότητα η στόχο. Οι χριστιανοί αντιλαμβάνονται το άτομο ως όργανο του θεού, οι μαρξιστές το αντιλαμβάνονται ως οργανο της διαλεκτικής διαδικασίας και ο Νίτσε με την σειρά του, το προβάλει ως ένα μέσο για την κατανόηση του υπερανθρώπου. Έχοντας διακυρήξει τον θάνατο του θεού, έγινε εμμονικός με το πρόβλημα του να βρει έναν νέο σκοπό για την ανθρωπότητα. Η λύση του ήταν η κατασκευή του υπερανθρώπου. Οι άθεοι έμελλε να αποκτήσουν έναν νέο θεό.

Αλλά θα ρωτούσα γιατί η ζωή μου απαιτείται να ”δικαιωθεί” και να ”απολυτρωθεί’, εξευγενισμένη από τον πόνο και την δημιουργία του υπερανθρώπου; Για μένα, όλα αυτά είναι απλώς οι παλίες χριστιανικές ανοησίες με νέο επίχρησμα. Ένας από τους λόγους που είμαι άθεος είναι γιατί αρνούμε κάθε πιστεύω που προστάζει να το υπηρετώ. Θέλω τα πιστεύω μου να υπηρετούν εμένα. Aν υποθετικώς ο Νίτσε μου έλεγε ότι ο χριστιανισμός είναι ένα δουλικό δόγμα, ένα μόνιμο όπιο προορισμένο γι’ αυτούς που στερούνται δύναμης αρκετής ώστε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, τότε θα συμφωνούσα μαζί του. Αλλά αν συνέχιζε να λέει πως πρέπει να αφιερώσω την ζωή μου στον ερχομό του υπερανθρώπου, τότε θα κατέταζα τα λόγια του στην ίδια κατηγορία με αυτά ενός χριστιανού και του θεού του: Ως ένα μυστικιστικό φαντασιοκόπημα! Ζω την ζωή μου προς όφελος μου, όχι προς όφελος ενός στόχου κατασκευασμένου από κάποιον άλλον και υπερβατικού ως προς εμένα. Ο ίδιος ο Νίτσε ορθώς παρατηρεί πως:

Ο άνθρωπος της πίστης, ο κάθε είδους ”πιστός”, είναι αναγκαστικά υποταγμένος σε κάτι έξω από αυτόν: δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό του ως ένα τέλος και δεν μπορεί να βρει όρια εντός του εαυτού του. Ο πιστός δεν ανήκει πραγματικά στον εαυτό του, είναι μόνο μέσο, χρειάζεται να χρησιμοποιείται και χρειάζεται κάποιον να τον χρησιμοποιεί. Το ενστικτό του αποδίδει την υψηλότερη θέση σε μία ηθική αυταπάρνησης, και τα πάντα εντός του – η φρόνηση του , οι εμπειρίες του και η ματαιοδοξία του – τον ωθούν να υιοθετήσει την συγκεκριμένη ηθική. Κάθε είδος πίστης είναι μία έκφραση αυταπάρνησης και αποξένωσης από τον εαυτό…

Έχοντας ο Νίτσε κρατήσει αυτά τα λόγια στην καρδιά του, συμπεριλαμβάνοντας τα στην δική του πίστη, θα είχε ελευθερώσει τον εαυτό του από κάθε θρησκεία. Τότε θα ήταν κάτι περισσότερο από αντι-χριστιανός, θα ήταν αντί-χριστος.

Συντάζοντας τα παραπάνω, συνάντησα το ακόλουθο εδάφιο σε ένα άλλο έργο του Benjamin de Casseres[5]: The muse of lies. Παρόλο που ο de Casseres ήταν ένας φλογερός θαυμαστής του Νίτσε αυτό που γράφει εξυπηρετεί την επιχειρηματολογία μου.

Το φάρμακο του Νίτσε της ‘αιώνιας επιστροφής’ απεικονιζόταν καλύτερα στον ίδιο που κύρηττε το ιδεώδες της θυσίας και της ζωής για μια υπέρβαση. Ήταν ο τελέυταίος μεγάλος χριστιανός. Η θέληση να δημιουργήσει τον υπεράνθρωπο, τον μετά-άνθρωπο, προστάζει κάποιον να θυσιάσει μέχρι και τους στενότερους φίλους του, λέει ο Νίτσε σε έναν από τους αφορισμούς του. Δεν είναι αυτό κατ εξοχήν παράδειγμα εκκλησιαστικής μανίας; Δεν διακρίνεται έναν συγκαλημένο φανατικό σε αυτό; Δεν μυρίζετε τα δεσμά και την πίσσα; Εμείς οι μηδενιστές και οι περιφρονητές δεν παρατηρούμε το ψυχολογικό μικρόβιο ενός νέου Torquemada[6] σε αυτό το κύρηγμα αυταπάρνησης; Η αιώνια επιστροφή! Τωόντι ήσουν εσύ μια επιστροφή, ω εσύ ορχούμενε, Διονυσιακέ πρόδρομε μιας ιεράς εξέτασης.

S.E.Parker

Πηγή: Antisocial Evolution (αρχικά δημοσιευμένο στο Ego: An individualist Review, No.2)

Μετάφραση: Horizontal Mortem – Σύμπραξη Αναρχικών Consumimur Igni

[1]Sidney E. Parker – Βρετανός αναρχοατομικιστής, έντονα επηρρεασμένος από τον Max Stirner με αρκετά πλούσιο έργο έως τον θανατό του. Κείμενα του έχουν στο παρελθόν μεταφραστεί στα ελληνικά από τα εγχειρήματα: Parabellum, Inter Arma, Έρεβος κ.α.

[2] E. Haldeman-Julius – Αμερικάνος- Εβραίος συγγραφέας, αθεϊστής, κοινωνικός μεταρρυθμιστής και εκδότης.

[3] Oscar Levy – Γερμανό-εβραίος φυσικός και συγγραφέας διάσημος λόγιος της Νιτσεϊκής φιλοσοφίας. Γνωστός επίσης για την επίδραση που είχαν πάνω του οι ρατσιστικές αντιλήψεις του Gobineau.

[4] Georges Chatterton-Hill – Ιρλανδός συγγραφέας ορισμένων βιβλίων πάνω στην εξέλιξη και την κοινωνιολογία. Έντονα επηρρεασένος από τον Herbert Spencer και την οπτιμίστικη ιδέα του περί ταύτισης εξέλιξης και βελτίωσης.

[5] Benjamin De Casseres – Αμερικάνος δημοσιογράφος, κριτικός και ποιητής γεννημένος στην Φιλαδέλφεια.

[6] Τomas de Torquemada — Καστιγιάνος δομικανός μοναχός και ο πρώτος μεγάλος ιεροεξεταστής στο Ισπανικό κίνημα για ομογενοποίηση των θρησκευτικών πρακτικών με αυτές της καθολικής εκκλησίας στα τέλη του 15ου αιώνα.

Σύνορα αδιόρατα και σύνορα ευκταία

1) Μία παρουσίαση

Το παρακάτω κείμενο συντάχθηκε εν μία νυκτί αποκλειστικά για λόγους προσωπικής έκφρασης και ταξιθέτησης της αξιολόγησης των γεγονότων, μένοντας στο συρτάρι περισσότερο από έναν χρόνο δίχως την πρόθεση να δημοσιευθεί. Μετά την απόφαση περί οριστικής δημοσίευσης του, απαραίτητη θεωρήθηκε και η προσθήκη ορισμένων επιπλέον παραγράφων επιχειρώντας να συμπεριληφθούν στο πρωτότυπο τυχόν αναθεωρήσεις αλλά κυρίως πρόσθετα συμπεράσματα, αποβλέποντας στον αμοιβαίο συσχετισμό του αρχικού κειμένου με τις διαδραματιζόμενες έναν χρόνο μετά εξελίξεις. Θέμα βαρύνουσας σημασίας συνιστά η αποφυγή λήψης του κειμένου με την μορφή μιας σοβαροφανούς, κοινωνιολογικής έρευνας στην οποία αρέσκονται όλοι αυτοί που με επαγγελματικό ύφος επαΐοντα, συγκροτούν την αιχμή του δόρατος της δυτικής αποπροσωποποιήσης ενώ αυτή η ίδια αποτελεί πρωταρχικό στόχο του κειμένου. Πρόκειται για μια κριτική και όχι ένα πρόγραμμα. Μία έποψη, όχι μία προσπάθεια καθολικοποίησης της ερμηνείας. Ένα βολονταριστικό χτύπημα στην ουδετερότητα και όχι ένα εκφώνημα ορθολογικοποίησης. Έτσι κ’ αλλιώς κάθε κείμενο οφείλει να αξιολογείται σε σχέση με την στόχευση από την οποία προήλθε. Οτιδήποτε άλλο είναι ακαδημαϊσμός, περιττολογία και διαλεκτική δειλία. Στόχος αμετάκλητος, παραμένει η εξάπλωση της καταστροφικής προοπτικής και η συνακόλουθη εξύψωση του προσώπου που όχι απλώς την πραγματώνει, αλλά αντιθέτως την ενσαρκώνει σε όλης της την ομορφιά και την διαύγεια ενάντια στον σύγχρονο κόσμο. Αν το κείμενο κατορθώνει να τροφοδοτεί τον επαναστατικό εγωισμό, την αδιαφορία απέναντι στα κοινά, τον προσωπικό αμοραλισμό αντί της κοινωνικής ηθικής, την αναπτέρωση της προσωπικής ηθικής κόντρα στον αξιολογικό σκεπτικισμό, τον ανήσυχο πεσιμισμό εις βάρος της εμπορευματικής ματαιοδοξίας, την κατάφαση του εξεγερμένου έναντι του μεταμοντέρνου πεσιμισμού, τον ατομικιστικό μισανθρωπισμό σε αντιδιαστολή με την μαζοποίηση του νεοχριστιανικού πλήθους, την γνήσια συντροφιά των αδελφών στην μάχη αντί του ατομίστικου αριβισμού και τέλος, τον ενεργό μηδενισμό της αναρχικής επίθεσης έναντι του παθητικού μηδενισμού της αστικής αποσύνθεσης, τότε αναμφιβόλως το κείμενο πέτυχε τον στόχο του. Οι διάφοροι φιλάνθρωποι, οι ειδήμονες της ταξικής πάλης και οι λοιποί καλοθελητές ας αναλάβουν την εκδίκαση του μετά την πλήρη αποτυχία σύλληψης του. Αυτή ως γνωστόν αποτελεί εξάλλου την μοναδική πραγματική ειδίκευση τους. Το κείμενο, τέλος θεωρώ αναγκαίο να αφιερωθεί σε πολύ συγκεκριμένους έγκλειστους και μη συντρόφους των οποίων η ζωή, οι αποφάσεις και οι σχέσεις μας προσφέρουν το προνόμιο να διατηρούμε ένα ποιοτικό αντίβαρο στις συγκρίσεις καταστάσεων του σήμερα, αποτελώντας μία αστείρευτη πηγή οίστρου. Καταστάσεις πάθους που οδηγούν στην έμπρακτη συνενοχή από την τυποποιημένη αλληλεγγύη. Γιατί η νέα ποίηση είναι να χτυπάμε τον εχθρό εκεί που δεν το περιμένει με τρόπους που ποτέ δεν καταλαβαίνει.

2) Κοινωνία και γενικότερες υποθέσεις

Πολλές προτάσεις μπορούν να κατατεθούν και άλλες τόσες σκέψεις και απόψεις να εκφρασθούν όσον αφορά το προσφυγικό ζήτημα και την στρατηγική της Ευρώπης φρούριο, σημασία όμως για μια ανεπηρέαστη, κριτική, ριζοσπαστική ερμηνεία των φαινομένων οφείλει να δοθεί στο επιμέρους στοιχείο των καταστάσεων, στις υποκείμενικές βάσεις, την προέλευση των δράσεων αλλά και το που αυτές αποσκοπούν ώστε συγχρόνως να γινεταί πρόδηλο το τι είδους κοινά γνωρίσματα μας είναι δυνατό να συναντήσουμε σε αυτές. Μια αναρχική ανάγνωση του θέματος παραδείγματος χάριν δεν δύναται να διέπεται από ανθρωπιστικά μικρόβια, ουσιοκρατικά ιδεώδη, ορθολογικά κατάλοιπα και άλλα σπέρματα του διαφωτισμού όπως η ιδεολογική καθαγίαση ταυτοτήτων στο όνομα της μαθηματικής ακρίβειας επαναστατικών εξισώσεων. Στοιχεία που συνηθίζουν να παραμορφώνουν την πραγματικότητα, αποκρύπτοντας τα αίτια γεγονότων και ορθώνοντας άλλοθι για το μερίδιο ευθύνης κάθε επονομαζόμενου αλληλέγγυου και καθαρόαιμου φιλάνθρωπου στο φαινόμενο που οι ίδιοι αρέσκονται να αποκαλούν επέλαση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας και όργιο ενός σύγχρονου ολοκληρωτισμού.

Η μηδενιστική κριτική δεν ασκείται με σκοπό να προσφέρει λύσεις, προοπτική, ελπίδα ή να μοιράσει στον δημόσιο αρμό νέους ρόλους θυμάτων και καταπιεστών, αγωνιζόμεων και εξουσιαστών, εκμεταλλευόμενων και εκμεταλλευτών. Δεν ενδιαφέρεται να αναζητήσει άλλοθι για την σωτηρία της ευποληψίας φιλήσυχων πολιτών, των οποίων οι δράσεις προσφέρουν την προσήκουσα υπαρξιακή πλήρωση μέσα από την διεκπαιρέωση του κοινωνικού τους καθήκοντως. Φαινόμενο το οποίο γίνεται ευκόλως αντιληπτό για όποιον στην απλόχερη προσφορά κουρελιών και την διανομή φαγητών επέλεξε να στρέψει αλλού την μύτη του αποφεύγοντας την δυσωδία της ιδεολογικής αφόδευσης. Η ρομαντικοποίση των καταστάσεων σίγουρα δεν αποτελεί ιδίωμα μιας αναρχίας αρνούμενης να εθελοτυφλήσει και αγέροχης απένταντι στις ακατάπαυστες επελάσεις των πνευματικών τέκνων του κυρίαρχου μαζισμού. Μιας νέας αναρχίας κομμάτι της οποίας συνιστά και το παρόν κείμενο αποβλέποντας στην κατάθεση σκέψεων μα και ερωτημάτων μέσα πάντα από μία κυνική ματιά η οποία προσπαθεί να αποδομήσει τυχόν παραμορφωτικούς καθρέπτες, ρίχνοντας φως σε ένα ευρύτερο πλέγμα σχέσεων και αλληλοεξαρτήσεων που συμπληρώνουν την ποιοτική μορφή της κατάστασης με τον χαρακτηρισμό του ”προσφυγικού ζητήματος”.

Η καπιταλιστική διαχείριση σε αγαστή συνεργασία με την κυρίαρχη αστική ιδεολατρεία παρά την όποια φαινομενική σταθερότητα και ασφάλεια που επιθυμεί να προβάλλει στο, παρά τους ισχυρισμούς ορισμένων, ασύμμετρο, οχυρωμένο εσωτερικό της, από την φύση της λειτουργίας της παρουσιάζει προβληματικές και ελαττώματα τα οποία διαρκώς την φέρνουν αντιμέτωπη με την δυνητικότητα μιας κατάρρευσης ή μιας επικείμενης, υποχρεωτικής μετάλλαξης- αναδιάθρωσης. Αφθονία παραδειγμάτων εντοπίζουμε δίχως την καταβολή ιδιαίτερης προσπάθειας ανατρέχοντας σε περιβαντολλογικά ζητήματα οπού ο βιασμός της φύσης και η αδιάκοπη λεηλασία των πόρων χάρη στους οποίους καθίσταται δυνατή η παραγωγή των σιχαμερών εμπορευμάτων που καταναλώνουν τα ανθρώπινα ανδρείκελα στις γνωστές και ως ανεπτυγμένες χώρες, κυοφορούν συνεχώς τον κίνδυνο μιας νέας οικολογικής καταστροφής με την μορφή είτε ενός φαινομένου που θα ενσκήψει προκαλώντας ανυπολόγιστες καταστροφές, είτε ενός ιού προερχόμενου από τις συνθήκες ζωής που επιβάλλει ο σύγχρονος καταμερισμός των ανθρώπινων δραστηριοτήτων. Ένα ακόμα παράδειγμα που έρχεται να προστεθεί και με το οποίο ερχόμαστε καθημερινώς αντιμέτωποι, είναι η τροφοδότηση ψυχολογικών αδιέξοδων και νευρωτικών παθήσεων από τον εκμαυλισμό της ζωής μας σε μια μηχανική, ρουτινιασμένη, ασφυκτική επανάληψη. Φαινόμενα που παρά τις όποιες βαλβίδες αποσυμπίεσης και τις απειλές καταστολής πάντα εγκυμονούν τον κίνδυνο ενός ξεσπάσματος με απρόβλεπτες συνέπειες για την ομαλή λειτουργία της καπιταλιστικής μηχανής. Υπάρχουν ουκ ολίγα παρόμοια παραδείγματα σε κάθε έκφανση της σύγχρονης ζωής (οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά) αλλά μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε να εξετάσουμε τους τρόπους με τους οποίους οι κοινωνικοί μηχανισμοί αυτοάμυνας της μεγαμηχανής καλούνται να ανταποκριθούν και να ξεπεράσουν τις εν λόγω αντιφάσεις.

Όπως στις μέρες μας έχει καταστεί γνωστό, στην κοινωνία της αφθονίας, της ευημερίας και της δημοκρατίας δεν παγιδευόμαστε στα αδιέξοδα που σκοντάφτουμε. Για κάθε φαινόμενο αναγόμενο στην σφαίρα της κρίσης (και ένα φαινόμενο κατηγοριοποιείται ως τέτοιο όταν η εμφάνιση του συνοδεύεται από το ενδεχόμενο παρουσίασης δυσλειτουργιών για την ανθρώπινη μηχανή) υπάρχει η αντίστοιχη περιβαντολλογική, πράσινη επιστήμη με λύσεις που θα αναβάλουν την επερχόμενη κατάρρευση, ελπίζοντας πως έως τότε νέες δυνατότητες αντιμετώπισης θα έχουν ανακύψει μέσα από την τεχνολογική πρόοδο και την διεύρυνση της επιστημονικής γνώσης για την ζωή και το οικοσύστημα. Για κάθε ”ανωμαλία”, ψυχική νεύρωση ή πνευματική κατάρρευση, παραμονεύουν οι ανάλογοι τρελογιατροί να επαναφέρουν το άτομο στα ίχνη μια ορθής πορείας που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην επανάληψη του φαινομένου και στην διαιώνιση της φαυλότητας, ή να το διαγράψουν με τα απαραίτητα τεκμήρια εξακριβώνοντας ακόμα και στους πιο δύσπιστους πως ποτέ στο παρελθόν δεν πάτησαν το πόδι τους σε τούτο τον πλανήτη προσφιλέστεροι κομιστές θεϊκού λόγου. Για το καναλιζάρισμα και την εξαχρείωση του γίγνεσθαι, συνεχώς πλάθονται πλείστοι ρόλοι με φανταχτερές, θελκτικές στολές να προχωρήσουν σε μια ευγενέστατη και δίκαιη διαπραγμάτευση πάνω στο κέλυφος νοήματος που ο καθένας επιτρέπεται να διεκδικίσει βάσει της συμβολής του στην γραμμή παραγωγής μαζικού νοήματος για το πλήθος. Για κάθε οικονομική κρίση ευτυχώς υπάρχουν οι ανάλογοι οικονομολόγοι, οι ακαδημαικοί, οι διανοούμενοι, οι λόγιοι και οι κάθε λογής γραβατομένοι, ξιπασμένοι πίθηκοι, επαιρόμενοι για την βεβαιότητα που αφειδώς τους παρέχουν οι στατιστικές τους αναλύσεις και τα κωλόχαρτα που θεωρούν οτί τους δίνουν το δικαίωμα να σμιλεύουν τις ζωές μας στα σχέδια των προγραμματισμών τους για το ετοιμοθάνατο ανθρώπινο συνοθύλευμα. Για κάθε αναλαμπή ξεσηκωμού, αποστασίας ή εξέγερσης καραδοκούν άπλετοι μηχανισμοί αφομοίωσης και κοινωνικοποίησης, οι οποίοι θα στομώσουν και θα καλουπόσουν τις παφλάζουσες επιθυμίες στα στενά πλαίσια μια ιδεολογικής φόρμας με σχέδια προοπτικές και ρεαλιστικές προτάσεις.

Στην περίπτωση μας, για κάθε κύμα μεταναστών προερχόμενο απο τα σπλάχνα της καπιταλιστικής αφαίμαξης και των συγκρούσεων συμφερόντων που επίσης γεννά, παρουσιάζονται οι αντίστοιχες Μ.Κ.Ο, οι κινήσεις πολιτών, οι φιλανθρωπικές οργανώσεις, τα αυτοοργανωμένα σωματεία, οι πρωτοβουλίες εθελοντών, να καλύψουν τα κενά που το κράτος δεν μπορεί να προστατεύσει στο σώμα του. Μέσα από τις διαδικασίες επίλυσης και αφομοίωσης, έρχεται η κοινωνικοποίηση και η ταυτοποίηση των άγνωστων μέχρι εκείνη την στιγμή σωμάτων. Παύουν να αποτελούν μερικώς ξένο σώμα ή ένα φαινόμενο το οποίο κινδυνεύει να πάρει απρόβλεπτη μορφή ξεκινώντας να διογκώνεται σαν καρκίνωμα, απειλώντας την επιδεικνυόμενη φαινομενική ομαλότητα και ευταξία της πραγμοποιημένης κοινωνικής ζωής. Οι ορθολογικές δεξαμενές πιστές στο καθήκον που έχουν αναλάβει, οφείλουν μελετώντας να κατανοήσουν το ζήτημα ευελπιστώντας να το ανθρωπινοποιήσουν και αν αυτό καθίσταται αδύνατο, να ανθρωπινοποιήσουν την προβεβλημένη δυνατή λύση. Με αυτόν τον τρόπο η σκιά μιας εθνοκάθαρσης ή μιας γενοκτονίας πάντα φαντάζει πιθανή αφού τίποτα δεν μας εγγυάται πως αποκλείεται το ενδεχόμενο οποιαδήποτε στιγμή να παρουσιαστεί ως βέλτιστη λύση από τους μηχανισμούς παραγωγής ιδεολογίας, οι οποίοι συνεχίζουν να αποτελούν τον μεσάζοντα στις σχέσεις τον ανθρώπων με τους νόμους της διαχρονικής, κυρίαρχης ορθολογικότητας που κατέλαβε τον μισογκρεμισμένο θρόνο του θεού, σκεπάζοντας με μητρική αγάπη κάτω από τις φτερούγες της τον σύγχρονο άνθρωπο. Η αυτοκρατορία της οικονομίας, με αξιοζήλευτη ευερεθιστότητα, κανονικοποιεί και μεταφράζει παν λαμβανόμενο ερέθισμα ή φαινόμενο, προσδίδοντας του μια νέα μορφή και διαχέοντας το ως τροφή στο εσωτερικό της, δίχως να αφήνει την παραμικρή έξοδο διαφυγής από την λαίλαπα της ετερονομίας. Οι πρόσφυγες για παράδειγμα, πέρα από τον όποιο οικονομικό ρόλο που αναμένεται να επιτελέσουν στα χέρια του κεφαλαίου ως εργατικό δυναμικό, ή ως έναυσμα για την εντατικοποίηση της εξάπλωσης αντεργατικών νόμων, θα αποτελέσουν επίσης αναμφιβόλως ψυχολογικό βαρόμετρο για τους υποταγμένους πολίτες των δυτικών κοινωνιών προσωποποιώντας το χέρι της τρομοκρατίας, την αλλοίωση της παραδοσιακής κουλτούρας, τον αποδιοπομπαίο τράγο για μια διοχέτευση της συσσωρευμένης οργής, την άνοδο της εγκληματικότητας, την αύξηση του ανταγωνισμού για την κατάκτηση της πολυπόθυτης στους καιρούς μας επιβίωσης όπως και τον προμαχώνα στο οχύρωμα της κυριαρχίας σαν φόβητρο που υπενθυμίζει την προοπτική ενός πάντα καραδοκούντος πολέμου. Εξίσου αναμενόμενη είναι και μια συνολικότερη χρήση τους ως βαλβίδα αποσυμπίεσης μέσα από την εστίαση και την προβολή του πόνου και του μαρτυρίου τους, αποδεικνύοντας περίτρανα ότι ”πάντα υπάρχουν χειρότερα”, αναπτερώνοντας τον θιγμένο ψευτοεγωισμό του λαουτζίκου ο οποίος μέσα απο πράξεις οίκτου, ελεεινολογίες και ελεημοσύνες θα αποκτήσει την δυνατότητα να θρέψει το ταπεινό του αίσθημα δύναμης, εξυψωμένος έστω και προσωρινά, έστω και αποσπασματικά σε ηγέτη και ευεργέτη. Οι αντιδράσεις των υπήκοων παρ’όλη την πολλαπλότητα των θέσεων που φαινομενικά ίσως εκφράζουν, δεν παύουν να είναι μηχανισμοί κανονικοποίησης, κοινωνικοποίησης, μεταστροφής και αποσυμπίεσης του γεγονότος οι οποίοι όχι μόνο προσδοκόμενα δεν υπονομεύουν το κράτος και την κοινωνία, μα αντιθέτως ενδυναμώνουν την φύση του, ενισχύουν τις δομές τους, συσπειρώνονται και ταυτίζονται με τα συμφέροντα του και ως απότοκο αυτών, αντιμετωπίζουν τις παθογένειες, τους κινδύνους και τις δυσλειτουργίες που ενδέχεται να εξαπλώσουν την αποσταθεροποίηση τους. Εθνολάγνοι που στα πρόσωπα των προσφύγων αντιλαμβάνονται μια πιθανή απειλή για την κουλτούρα, τις παραδόσεις, τα έθιμα, τις σταθερές και την καθαρότητα του έθνους. Φιλάνθρωποι που ξερνάνε ακτάσχετα την δήθεν αλληλεγγύη τους πιστοί στο ανθρωπιστικό τους καθήκον. Στρατευμένοι επαναστάτες κινητροδοτούμενοι απο τους παρωχημένους ιδεαλισμούς τους που καθαγιάζουν την ταυτότητα του μετανάστη. Πολίτες που αγανακτούν ανήσυχοι για την ευταξία και την διατήρηση της ομαλότητας. Μ.Κ.Ο που σπεύδουν να φροντίσουν για την επαγγελματική ενσωμάτωση των προσφύγων στις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου και στην δημόσια αιδώ των κοινωνιών. Όλοι εκφράζουν τα αξιακά του υπάρχοντος κόσμου και προπαγανδίζουν την ιδεολογία του.

Η μηδενιστική κριτική όπως προανέφερα δεν αποσκοπεί σε έναν πρόχειρο εξωραισμό προθέσεων και σχέσεων ούτε φυσικά σε μια ρομαντικοποίηση ετοιμόροπων, ευτελών καταστάσεων. Δεν αποτελεί την θεωρία του πως να είσαι ενάρετος άνθρωπος και αναμενόμενο είναι να αποκομίσει χλεύη και αποστροφή ως αντίδωρο του κυνικού λόγου που αφειδώς εκτοξεύει, λερώνοντας τα ιερά εικονίσματα που το εκάστοτε πλήθος με ευλάβεια προσκυνάει. Οι μυωπικές προσεγγίσεις που διατυπώνονται από πένες βουτηγμένες υπέρμετρα μέσα σε ιδεολογικά μελανοδοχεία, διάφορων καλόγερων της επανάστασης και κηρύκων μιας ατράνταχτης, αδιάσειστης αλήθειας, απροσπέλαστη από κριτικές ματιές ή εμπειρικές παρατηρήσεις, αναζητούν τους νέους πιστούς που θα σχηματίσουν την γέφυρα ανάμεσα σε φαντασιακό και πραγματικότητα με προσφορά την ίδια τους την σάρκα. Όλος ο παραπάνω οχετός πλαταγίζει και αποσαθρώνεται καθώς συγκρούεται με την ακμάζουσα διανοητική οξύτητα που διέπει τον εξεγερμένο καταστροφέα, καθώς έχει γκρεμίσει πρωταρχικά το ίδιο το είδωλο της εξέγερσης ως ιδανικού και ως σκοπού βαδίζοντας αγέρωχα στον στέρφο δρόμο προς κορυφές οπού ο ήλιος λησμονά να ανατήλλει. Απάνθρωπος, έκλυτος, βέβηλος, αποτρόπαιος. Αυτοί και πολλοί άλλοι είναι οι χαρακτηρισμοί τους οποίους θα επομιστεί ο άνθρωπος που θα λούσει με την ευθύτητα και την ειλικρίνεια του το πέπλο της εθελοτυφλίας το οποίο απλώνεται ανάμεσα στον θαμπό πλέον ουρανό και στον πνιγηρό κοινωνικό βόρβορο. Χαρακτηρισμούς απέναντι στους οποίους οφείλει να σταθεί στο ύψος των απαιτήσεων με ευψυχία ο επιτετράμενος, αποφεύγοντας να γονατίσει ηττημένος υπό το βάρος του φορτίου που πρέπει με κάθε κόστος να διασώσει. Γιατί σε αυτό το βαρύ φορτίο εμπεριέχονται τα εργαλεία με τα οποία θα σφυροκοπήσει ανελέητα όλα τα είδωλα που περιβάλουν τον κόσμο και του λερώνουν το βλέμμα. Αυτή η ιδιαίτερη στόφα που τον διέπει δεν αφήνει χώρο για την φιλοξενεία φιλάνθρωπων αισθημάτων, ιερατικών τρωκτικών και επαναστατών ασκητών καθώς επιθυμεί να διατηρήσει τους χώρους της καρδιάς του καθαρούς για επισκέπτες που προσιδιάζουν στις ραφιναρισμένες επιθυμίες του. Στο κάτω κάτω μαίνεται ένας ανελέητος πόλεμος που δεν έχει προηγούμενο. Ένας πόλεμος για το υπερκέρασμα του κοινωνικού ετεροκαθορισμού με τον αντίπαλο να υπερτερεί σε όπλα. Αυτός ο πόλεμος όμως είναι που μας χαρίζει την δυνατότητα μιας πιο διευρυμένης οπτικής, αποδεσμευμένης από το στενό περιβάλλον που σφίγγει ασφυκτικά τα ανθρώπινα κοπάδια εμποδίζοντας τα να υπερβούν τον καθημερινό κύκλο τους και αυτό που αυθαίρετα,μοιρολατρικά αποδέχονται ως συμφέρον τους. Κάπως έτσι ωστόσο οι μετανάστες καταλήγουν να θεωρούνται κλάσματα επαναστατικών εξισώσεων και απότοκο της παραπάνω διαδικασίας είναι εν μέρει και το καρκίνωμα της πολιτικής και ακόμα χειρότερα, κοινωνικής αλληλεγγύης. Η πραγματικότητα όμως θα σας διαψεύσει ευγενείς λογιστές. Οι μετανάστες δεν θα αποτελέσουν το υλικό για να πλεχτεί το αυθαίρετο αραβούργημα σας που θα εγκωμιάζει τις παρωχημένες, μαρξιστικές παραφυάδες του σήμερα. Τα γεγονότα ήδη έχουν αρχίσει να με επαληθεύουν δεδομένης της εμφανής πλέον απουσίας διάθεσης των προσφύγων για οποιαδήποτε ριζοσπαστικοποίηση ή έγνοιας για την συμβολή τους σε μία επαναστατική αποσταθεροποίηση. Το προσφυγικό ζήτημα είναι επικίνδυνο να προσεγγιστεί αποσπασματικά από τις γενικότερες κινήσεις του υπάρχοντος αλλά είναι ακόμα πιο βλαβερό να αναλύεται συγκινησιακά με χρήση αναλυτικών εργαλείων που μόνο στρεβλώσεις προκαλούν λόγω της προελευσής τους και της προσπάθειας τους να σχηματίσουν οπτικές που αναπαράγον το ιδεολογικό πανδαιμόνιο στο οποίο βρίσκονται.

Τα κύματα μεταναστών που φτάνουν στον δυτικό κόσμο από τη ανατολή αν δεν εκκοινωνηθούν αποτελεσματικά, γεγονός το οποίο καταλαμβάνει μεγάλες πιθανότητες αν λάβουμε υπόψιν μας την γενική άνοδο της ακροδεξιάς, της ξενοφοβίας, του εμπορευματικοποιημένου πλέον εθνικισμού και του γραφικού πατριωτισμού, τότε είναι αναμενόμενο να αποτελέσουν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της ευρωπαικής κοινωνίας που με την έκρηξη της τα θραύσματα θα εκτοξευθούν σε πλήθος κατευθύσεων εγκυμονώντας απρόβλεπτες για το κεφάλαιο και τα κράτη συνέπειες. Από θρησκευτικές σέχτες και επαναστατικές οργανώσεις μέχρι παραβατικές ομαδοποιήσεις με μοναδικό σκοπό την επιβίωση. Ο εγκλιματισμός και η αφομοίωση των προσφυγικών ροών, ως αποκύημα των παραπάνω υποθέσεων, συνιστά προτεραιότητα σε μια κοινωνία της οποίας οι δομές βρίσκονται μονίμος σε επαγρύπνηση και διαδικασία αναδιάθρωσης. Το ζήτημα όμως όπως αποτυπώθηκε εξ αρχής εντοπίζεται στην διαλεκτική σχέση της κοινωνίας με τις αντιφάσεις και τους ανταγωνισμούς που αναπτύσσονται στο εσωτερικό της. Έτσι παρά τα δημοκρατικά, πολιτισμένα αντανακλαστικά μερίδας πολιτών που για διάφορους λόγους επέλεξαν να διατηρήσουν φιλική στάση απέναντι στους πρόσφυγες, δεν είναι λίγοι εκείνοι που τείνουν όλο και περισσότερο στην συντηρητικοποίηση και την ξενοφοβία, αντιλαμβανόμενοι τα υπάρχοντα αξιακά χάσματα ανάμεσα στην σημειολογία των τυποποιημένων εθίμων, αντικαθιστώντας τον αρχαικό φόβο για αλλοτρίωση της παραδοσιακής, ντόπιας κουλτούρας, η οποία έχει ήδη κυριευθεί από τις ορδές των αντικειμένων μαζικής παραγωγής και κατανάλωσης που συνθαίτουν τις νέες πατρίδες, τις νέες αξίες και τις νέες ταυτότητες.

Ένας αναρχικός λοιπόν, οφείλει να μην παγιδεύεται σε δίπολα τύπου ”Refugees welcome” – ”Refugees not welcome”. Οι πρόσφυγες αποτελούν τα περιπτώματα που περίσσεψαν από την ανακατασκευή της αντικειμενοποιημένης ανατολικής κοινωνίας που στα μάτια ενός δυτικού πολίτη κατά συντριπτικό βαθμό εκπροσωπεί το σκοτεινό, μεσαιωνικό παρελθόν που ξεπεράστηκε και η ίδια η δύση χρησιμοποιεί για να επαληθεύεται διαρκώς ως προοδευτικό παρόν. Είναι τα υλικά που απέμειναν από διαδικασία εμπορευματικής αναδιάθρωσης του συγκεκριμένου γεωγραφικού αποσπάσματος να επιπλέουν στο κενό ισορροπίας ανάμεσα στους χώρους της εμπορευματικής ζωής. Στοιχεία δίχως αναγνώριση σε κανένα σημείο του παγκόσμιου γεωπολιτικού χάρτη. Καβαλιστικά σύμβολα μιας γλώσσας άγνωστης με μοναδική λειτουργικότητα προς το παρόν να υπενθυμίζει στους έντρομους πολίτες τον όλεθρο του ξεπεσμού και της ανυπαρξίας μέσα από τον αχό σπαραγμών και ολοφυρμών που ταξιδεύουν στα αυτιά τους δια του συνεχόμενου βομβαρδισμού με εικόνες απόγνωσης και απελπισίας. Ήδη σε αυτήν την πραγματικότητα διαγράφεται το σχεδιάγραμμα της δυναμικής επιρροής που διαμορφώνει τις οικονομικές ζώνες παραγωγής και κατανάλωσης, των οποίων η λειτουργία υπάγεται στην ολότητα που δεν είναι άλλη από το κεφάλαιο. Η κοινωνία και το κράτος είναι αναγκασμένα να ταυτοποιήσουν τα ξένα σώματα, ταξινομώντας τα στο ψηφιδωτό των κοινωνικών σχέσεων, όχι ως φιλικά ή εχθρικά αφού η αντίφαση και ο ανταγωνισμός αποτελεί το προιόν που επικυρώνει θριαμβευτικά την ενότητα της απέχθειας πίσω από το θέαμα γενικευμένου διαχωρισμού των φτιασιδωμένων χαμόγελων, των στιλβωμένων έπιπλων και των υπόλοιπων συμβόλων ταξικής ιεραρχίας των δημόσιων αντιθέσεων, μα ως απλά σύμβολα επικοινωνίας, ως παραγωγικές μονάδες εικόνων, ως καταναλωτές αξιών, ως τουριστική attraction, ως ιστορική αφήγηση μιας ακόμα νίκης απέναντι στην βαρβαρότητα. Το αδιέξοδο καταλήγει πάντοτε σε έναν βρώμικο πόλεμο μέχρις εσχάτων για την επιβίωση και τον αφανισμό. Αυτός είναι ο μόνος πραγματικός πόλεμος σήμερα πίσω από τα δελτία μετάδοσης ένοπλων αντιπαραθέσεων σε κάποιο κομμάτι του πλανήτη τα οποία στην ουσία κατέχουν το μονοπώλιο της επιλογής και κατασκευής των συνθηκών πάνω στις οποίες θα διεξαχθούν απαστράπτουσες αιματοχυσίες.

Οι παρατάξεις πολιτών που με σπουδή προχωρούν σε μια πρόχειρη και συγκεχυμένη προβολή του ζητήματος, καναλιζαρισμένη ιδεολογικά μέσα από τηλεοπτικές ταυτολογίες και από βομβαρδισμούς ανιστορικών, θυμικών ρήσεων, συνασπίζουν το δυτικό, δημόσιο σύστημα εκκοινωνισμού το οποίο ταυτοποιεί το διαφαινόμενο σώμα και μορφοποιεί τις διαστάσεις που οφείλουν να αποκτήσουν οι χώροι αναγνώρισης αναλόγως τον ξενιστή και τον χώρο στον οποίο εισέρχεται. Ο σκοπός παραμένει αναλλοίωτος και δεν είναι άλλος απο την διατήρηση της ομαλής ροής των εμπορευμάτων και της ιδεολογικής ηγεμονίας της οικονομίας. Ένας στόχος του οποίου η εμβρίθεια για την διαιώνιση του εξουσιαστικού συμπλέγματος συγκρίνεται μόνο με την ευχέρεια να το πετύχει θέτοντας σε εφαρμογή τις ορδές ακρωτηριασμένων καταναλωτών, ενάρετων πολιτών, υποκριτών σκλάβων και απρόσωπων αλληλέγγυων που σωρεία χρόνων μυζητούν στις θήλες της κοινωνίας. Το κοινωνικό μόρφωμα πρέπει να προσαρμόσει και να προσαρμοστεί, να μετατρέψει και να εξελιχθεί, να πραγμοποιήσει για να πραγματοποιηθεί, επιδεικνύοντας ακόμη μια φορά την τρομερή ελαστικότητα που διέπει την επιφάνεια του παραγωγικού και του κοινωνικού σώματος πάνω απο την άβυσσο πτωμάτων, γενοκτονιών, διωγμών, αποστραγγίσεων, πολέμων, κατακτήσεων, εκμετάλευσης, ισοπέδωσης και ωκεανών αίματος που έρχονται να συμπληρώσουν το πεδίο της φρίκης, το οποίο θα επιστρέψει ως εμπόρευμα στις διαφημιστικές εκστρατείες του δυτικού κόσμου, εξασφαλίζοντας την διαλεκτική συνέχεια της αχρειότητας. Ο κύκλος θα ολοκληρωθεί αφήνονας την αίσθηση του ανικανοποίητου διεγερμένη για την συνέχεια που έπεται. Η κοινωνία ολόκληρη μιμούμενη της μηχανές μαζικής παραγωγής αντικρύζοντας τον δρόμο ανοιχτό μπροστά της, δεν αντιστέκεται στον πειρασμό να αναπληρώσει την κίνηση που καιρό τώρα της έχει αποσπαστεί ως απόρροια του γενικευμένου διαχωρισμού η οποία κονιορτοποιήθηκε στους προσομοιωτές μιας ζωής που έχει πάψει να βιώνεται. Γι’αυτό τρέχει ξέφρενα προς στον χαμό της, εναρμονιζόμενη με τους ρυθμούς ενός video game, ή αν προτιμάτε με την θέαση ενός βίντεο στο youtube που η συνήθεια υπόσχεται διαρκώς την επανάληψη του. Η ακαταμάχητη ισχύς της οικονομίας στον θρόνο της κυρίαρχης ιδεολογίας, αφού πρώτα η ίδια προνόησε για την κατασκευή του, πραγματοποεί μια πρωτοφανή επίδειξη της δύναμης της. Αυτή η δύναμη έγκειται στην ικανότητα της να στοιβάζει τα απομεινάρια της αποσύνθεσης που την προυποθέτει, καθώς η ίδια εξαπλώνεται σε κάθε σημείο του πλανήτη, στις αχανείς διανοητικές μητροπόλεις και να τα συμφύρει μαζί με αρχαικές ιδεολογίες, την ίδια στιγμή που αυτές σαπίζουν στα στενοσόκακα της συνυφασμένης με το παρόν λήθης, περιμένοντας να εκλεγούν για το επόμενο μίγμα που θα σερβιριστεί στο λεφούσι των μηχανοποιημένων σκλάβων. Θα επιθυμούσα να κάνω λόγο για αφομοίωση αν ο οξύς πεσιμισμός μου δεν με είχε οδηγήσει στην παραδοχή οτι η έννοια της αφομοίωσης ήταν δυνατό να ειδωθεί ως η ελπιδοφόρα πλευρά ενός επονείδιστου πολιτισμού, του οποίου όμως το δριμύτατο άλγος σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις της παραγωγής όπως και της κοινωνικής οργάνωσης που η προαναφερθείσα απαιτεί, δεν θα έστεκε ανυπέρβλητο εμπόδιο στα ακατάβλητα πνεύματα ανθρώπων που εντός τους θα ήταν ικανοί να καλλιεργήσουν έναν νέο κόσμο που θα φύτρωνε μέσα από τις ρωγμές στα τσιμέντα των μεγαλουπόλεων. Δυστυχώς όμως εδώ δεν μπορούμε να επενδύσουμε σε απαντήσεις παρά μόνο σε ερωτήματα. Και αν η επερώτηση και η αναζήτηση σηματοδοτεί μια επαναστατική πράξη στην τρικυμία των αφρισμένων διαπιστώσεων, αυτή που εμένα και των συντρόφων μου δεν παύει να μας κατατρυχεί είναι το κατά πόσο έχουμε ακόμη το θράσος να μιλάμε για αφομοίωση σε μια άγονη γη στην οποία τίποτα νέο δεν δύναται να ανθίσει. Ένα έδαφος στο οποίο κάθε κίνηση αποστερείται της σκιάς της και ενώ αυτή χάνεται στο κενό αφού ότι δεν προβάλεται στον θεαματικό φακό καταδικάζεται στην γέενα της ανυπαρξίας, η σκιά, βάσει της οποίας σχηματίζεται το εκμαγείο νέων εμπορευμάτων, παρουσιάζεται ως η μόνη δραστηριότητα που νομοθετεί τα πλαίσια λόγου της μαζικής κοινωνίας. Ο χώρος όλος έχει κατακληστεί απο σκιές οι οποίες ακολουθούνται από το αυτοπαρουσιαζόμενο μοιραίο καθώς η οποιαδήποτε αυτονομία φυλακίζεται στα κάγκελα της προσομοίωσης με δικαστικό ένταλμα από το δίκαιο που επιβάλει η αναπαράσταση. Και αν αναρωτιόμαστε τελικά τι είναι αυτή η περίφημη αναπαράσταση, οφείλουμε να ανατρέξουμε στις γυάλινες σχέσεις που περιβάλουν τον οπτικό μας ορίζοντα, να ρεμβάσουμε πως η κοινή εμπειρία μετατρέπεται σε αντανακλώμενη εικόνα, λαξευμένη στις αίθουσες της ιδεολογίας ενώ με την σειρά της αυτή ως γλώσσα καθίσταται κοινή δια των μηχανισμών επικοινωνίας, μετατρέποντας τις καταστάσεις και τους ανθρώπους σε εμπειρίες καταδικασμένες να προσεγγιστούν ως εικόνες. Η ρήση ¨γιαυτά που δεν μπορεί να μιλήσει κανείς, καλύτερα να σωπαίνει” μετατρέπεται σε σλόγκαν της μαζικής κοινωνίας ύπο την μορφή του: ”γιαυτά που δεν μπορεί να σιωπήσει κανείς καλύτερα να τα απεικονίζει”.

Η διαδικασία αυτή, θα ήταν οξύμωρο να ισχυριστούμε πως προέρχεται από ένα οργανωμένο σχέδιο μιας μυστικής, συγκεντρωτικής εξουσίας αφού αυτή υφίσταται ως σώμα μόνο στην αοριστολογία που ενδιετάται στο φαντασιακό του αφηρημένου υποκειμένου μαζικής παραγωγής του έτερου μη-σώματος, της κοινωνίας, η οποία, ως λογοκεντρικό κατασκεύασμα συνθέτει τους χώρους στους οποίους πραγματοποιείται ο προαναφερθέντας μετατονισμός. Στην δραστηριότητα αυτή, η οποία συνιστά το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα κυριαρχίας μιας μηχανιστικής αντίληψης για την ζωή, είμαστε σε θέση να απολαύσουμε τους κοινωνικούς ρόλους να σμιλεύουν πομπώδεις αφηγήσεις στο όνομα της ανέκκλητης κοινωνικής οικουμενοποίησης του δυτικού δημοσίου. Οι πρόσφυγες δεν φιλοξενούνται ούτε διώκονται. Όχι, ο πρόσφυγας ως το νέο δυτικό υποκείμενο το οποίο οι κοινωνικοί ιδεολογικοί μηχανισμοί επικαλούνται, μονομαχώντας λυσσασμένα, περιδυνόμενοι γύρω από την κοινωνιολογική σφαίρα του, αλλά ο πρόσφυγας, ως το υποκείμενο που εξαναγκάζεται να απολέσει πρωτίστως την συνοχή του ως πρόσωπο ώστε να χαθεί στην μετάφραση του εκκοσμικευμένου δυτικού κράτους, το οποίο εξατομικεύοντας μετατρέπει τον μύθο λογικά σε αφήγηση και τον λόγο σε μύθο δια της αφήγησης.

Η επιστροφή όμως στην μάστιγα του πρακτικισμού, σε μια δημόσια τοποθέτηση είναι κάτι που επιβάλλεται. Το άμεσο αντίκτυπο, το όφελος, το κόστος, η ολοκλήρωση της διαδικασίας και τα προβλήματα που έχουν τακτοποιηθεί η τείνουν σε μια οριστική λύση. Το επικείμενο μέλλον και το αύριο μαζί με την σοδειά που θα φέρει, κατείχαν διαχρονικά εξέχουσα θέση στους προβληματισμούς του εκάστοτε όχλου και μόνο λόγω της δομικής του φύσης. Μία μάζα ανθρώπων, που ενώνεται κάτω από τον την άφεση των ενστίκτων στην εξομοίωση της επιβίωσης και τον συνακόλουθο ευνουχισμό τους, μπορεί μόνο να απαιτεί για απτά αποτελέσματα στην γλώσσα της κοινής αξίας, ενώ η ίδια αυτή η φετιχοποιημένη αξία ταυτόχρονα αίρει το μόνο σημείο κοινού ενδιαφέροντος, άρα και το ενδιαφέρον καθ αυτό. Στην κενή θέση του αποθνήσκοντος ενδιαφέροντος τοποθετείται η πράξη ως παραγωγός αξίας δια του εαυτού της. Η αλληλεγγύη ως διάκοσμος των ανθρώπινων θυμάτων της παγκόσμιας αποστέρησης. Το μίσος ως το χαρακτηριστικό στοιχείο της μοναδικής αλληλεγγύης που μοιάζει να ξεπροβάλλει σε μια κοινότητα σκλάβων, αιχμάλωτων της απουσίας πατρικού εδάφους. “ Η αφομοίωση μέσα στο σύστημα, απαιτεί την ανάκτηση των απομονωμένων ατόμων ως άτομα από κοινού απομονωμένα. ” Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο το κοινωνικό σώμα στερείται της μοναδικής ιδιότητας που του είχε απομείνει σαν φάντασμα, μη-σώμα μιας ιστορικής συνέχειας από την οποία είχε αποκλειστεί καιρό τώρα. Κάτω από την νεολογίζουσα επιχειρηματολογία του ” γιατί όχι;σε μία ρητορική ερώτηση, στην οποία οι λέξεις έχουν τοποθετηθεί με τέτοιον τρόπο ώστε να προσαρμόζεται ως απάντηση ανεξαρτήτως το περιεχόμενο του στοχασμού, απουσιάζει αυτό ακριβώς για το οποίο θα είχαμε κάποιον λόγο να αναρωτηθούμε το οτιδήποτε. Γιατί αλληλεγγύη; Γιατί ενσωμάτωση; Γιατί διωγμός; Γιατί απειλή; Γιατί όχι; Γιατί ρωτάμε; Όλες οι ερωτήσεις συμπυκνώνονται χονδροειδώς στις προπαγανδιστικές ρεκλάμες συντήρησης της ψευδοεξατομίκευσης. Μπορούμε τουλάχιστον ακόμα όμως να ευχαριστούμε την πανταχού παρούσα διαφήμιση και την απαίτηση της για συνέχεια του διαλόγου που μας χαρίζει το προνόμιο να εξακολουθήσουμε να φανφαρολογούμε υπό τους δικούς της όρους. Όσοι από εσάς ακόμα λοιπόν διαθέτετε την ευχέρεια και κυρίως την ειλικρίνεια να εξαγνίζετε την εργαλειοποίηση των ούτοσι άλλως πραγμοποιημένων ανθρώπινων σχέσεων, οφείλετε να έχετε κατά νου πως η αθώωση είναι εξασφαλισμένη αλλά όχι και η αποφυγή της τιμωρίας. Ας μην χρονοτριβούμε λοιπόν επιστρέφοντας στο διακύβευμα.

3) Αναρχικοί και προσφυγικό

Αλληλεγγύη, θηλυκό

  1. η συμπαράσταση σε δοκιμαζόμενους συνανθρώπους

  2. η αλληλοβοήθεια και το αίσθημα ενότητας μεταξύ ανθρώπων με κοινά συμφέροντα και στόχους.

Λες και υπήρχε κάποια εγγύηση για την διάσωση του νοήματος μέσω της διάχυσης του από τις γέφυρες των εννοιών που συνδέουν τους ιστορικούς χρόνους. Ναι, διαβλέπουμε με ευκολία το πώς τα νοήματα μεταναστεύουν με την αρωγή των λέξεων. Αυτό που δεν αντιλαμβανόμαστε είναι το πως αυτά απολυτοποιούνται με την ανάπτυξη του κοινωνικού γίγνεσθαι καθώς και τις έσχατες συνέπειες τους. Γιατί το νόημα μπορεί να συνδέει δύο εποχές εκμεταλλευόμενο τον σχετικά σταθερό χαρακτήρα της γλώσσας αλλά δεν δύναται να αποτυπώσει τα αξιακά εφαλτήρια τα οποία διαμορφώνουν την ίδια του την μετάφραση και αναπαραγωγή. Η επαίσχυντη χριστιανική προέλευση της αλληλεγγύης από τις κοινότητες των δούλων, των παρακμιακών και των υποταγμένων, μέσω μιας γενεαλογικής προσσέγγισης, μας αποκαλύπτει το νόημα της λέξης που χρησιμοποιούν ορισμένοι την σήμερον ημέρα ως βασικό πρόταγμα της επανάστασης τους, αυτό που δεν μπορεί να μεταδώσει όμως είναι τη μορφή που πήρε στην τότε κοινωνική πραγματικότητα, διαμορφωμένη από το αντίστοιχο αξιακό υπόβαθρο, όπως και την σημερινή της εξέλιξη σε καθεστώς αδιασάλευτης ομοθυμίας υπό το νανούρισμα μηδενιστικών παραληρημάτων. Απλοϊκά διατυπωμένο: Η λέξη ταξιδεύει στο σήμερα μα η συνεχής φθορά, σε συνέργεια με την διαδεδομένη αποϊστορικοποίηση, μας αφήνει μόνο με την αναμονή της επικείμενης ανασκαφής ενός απολιθώματος.

α) Οικειοποίηση του χώρου που διατίθεται προς οικειοποίηση

Η απουσία στόχευσης (πολιτικής η κοινωνικής) για την ανεύρεση μιας οριστικής λύσης, μα ιδίως η χαρακτηριστική αμέλεια, αποδεικνύει περίτρανα πως σε μια κοινωνία δίχως σκοπό, κατεύθυνση, στόχο και συμφέρον κανένα πραγματικό νήμα δεν δύναται να επουλώσει τις χαίνουσες πληγές στα ίδια τα ανθρώπινα θεμέλια της. Με τον ίδιο τρόπο κάνει εμφανές τον γενικότερα πρόδηλο βαθμό διαποτισμού των αυτοαποκαλούμενων σύγχρονων επαναστατικών κινημάτων από τις κυρίαρχες αξίες. Η έννοια της αλληλεγγύης, όταν δεν κοσμεί σαν φτηνή συνθηματολογία τις εκστρατείες της φακής σε αγώνες πλήρως καταδικασμένους στην τυχαιότητα της δημόσιας θεματολογίας, συνηθίζει να συμπληρώνει το ψηφιδωτό των ανεπίτευκτων ιστορικών υποσχέσεων, αδιαφορώντας και αγνοώντας την υποβάθμιση τους σε ακαθόριστα σχήματα, πομπούς της γνωστής και άχρονης σύγχυσης της εμπορευματικής κοινωνίας. Το περιούσιο κίνημα των ανδραποδισμένων αλληλέγγυων, μαζί με τον ιστορικά δικαιωμένο σκοπό του, δεν δύναται να περιθάλψει και να στηρίξει κανέναν, ούτε καν από την επονείδιστη θέση του ελεήμονα και του γλίσχρου φιλανθρωπικού έργου του. Σε πλήρη αντιστοιχία με το αποσαθρωμένο έθνος-κράτος, του οποίου τα διλήμματα για την διαχείριση του ανεξέλεγκτου ανθρώπινου δυναμικού μετουσιώνονται σε μιντιακά σόου και σε υποκριτικά αναφιλητά ενώ στα παρασκήνια διαδραματίζεται η πλέον βάρβαρη αποκειμενοποίηση του ανθρώπινου σώματος και η μετατροπή της πραγματικότητας σε ένα συνεχές reality τρόμου για την ανάγκη της ολότητας του κεφαλαίου που ασφυκτιά, το αμάλγαμα των ”ανταγωνιστικών δυνάμεων” σκηνοθετεί με τα αποφάγια του θεάματος την δική του παράσταση. Γι’ αυτόν τον λόγο πλέον όλες οι δράσεις, οι κινητοποιήσεις και οι αγώνες έχουν απολέσει τα ακραιφνή αναρχικά τους χαρακτηριστικά και οι συζητήσεις περί της καταγωγής της αναρχίας, οι ιστορικές αναθεωρήσεις, οι διαμάχες, οι σεχταρισμοί επανεμφανίζονται και ανακυκλώνονται σε πλήρη ένταση. Τίποτα δεν είναι πλέον διακριτό, τίποτα δεν είναι πλέον σαφές. Η αναρχική αλληλεγγύη δεν μπορεί να διαχωριστεί από το κοινωνικό ένστικτο στα κοπάδια των ενσυνείδητων πολιτών. Οι επιθέσεις και οι πράξεις καταστροφής αδυνατούν να διαχωριστούν από την καλπάζουσα σήψη που το κεφάλαιο καλλιεργεί ως μόνιμη συνθήκη. Οι επιλογές ζωής αποσυνδέονται από την προέλευση τους και παρουσιάζονται στις αγορές ως απόλυτα, καθολικά και ανεξάρτητα στοιχεία σμίλευσης μιας ταυτότητας. Συνεπώς, καθώς τα πάντα συμβάλουν απλά στην κατασκευή μιας ταυτότητας καταναλωτή και το αστικό περιβάλλον μετατρέπεται σε μια αχανή έρημο εμπορευμάτων, η φιλοξενία των προσφύγων έχει ήδη πραγματοποιηθεί ιστορικά και η μόνη προσφυγική κρίση μέσω της οποίας απειλούνται τα κράτη στην προκειμένη, είναι το φαινόμενο της αυτοεξωρίας των κοινωνικών εξαρτημάτων στο περιθώριο της εξατομίκευσης τους, αντιλαμβανόμενοι ολοένα και περισσότερο τον γενικευμένο παραγκωνισμό τους στην αυτοκρατορία των απρόσωπων ξενιστών.

Αυτός είναι και ο λόγος εξαιτίας τους οποίου δεν διαθέτουμε την ικανότητα να φιλοξενήσουμε η να εκδιώξουμε κανέναν. Ανήμποροι να επαναστατικοποιήσουμε τον οποιονδήποτε, αρκούμαστε στο να επιδιδόμαστε σε άναρθρες κραυγές απελπισίας, φτηνές απομιμήσεις ανθρώπων ιδιοκτήτων της ζωής τους, με την ψευδαίσθηση ενός εκλιπόντως ελέγχου. Τα σύνορα στην σύγχρονη εποχή δεν ρυθμίζονται από τα φυσικά τους όρια αλλά διαμορφώνονται στο ίδιο το εσωτερικό των κρατών. Οι απέλπιδες, σισύφιες προσπάθειες των προσφύγων να διασχίσουν τις πύλες του ευρωπαϊκού παραδείσου, ρισκάροντας την μοναδική περιουσία που κατάφεραν να διαφυλάξουν ώστε να διεκδικήσουν μία θέση στο στερέωμα της μισθωτής κακομοιριάς δεν γνωρίζουν πως θραύονται, όχι στους προμαχώνες των μεθοριακών περιοχών, αλλά στα κυγκλιδώματα της κοινωνικής κατάτμησης και της ταξικής υπαγωγής. Οφείλουμε γι αυτό να διατηρούμε στην σκέψη μας την αντιστρόφως ανάλογη επίρρωση των τεχνικών προσομοίωσης εις βάρος της φθοράς του αυθεντικού βίου. Τα γεγονότα συνεπώς έχουν πάψει να βιώνονται, να νοηματοδοτούνται και πρωτίστως να καταγράφονται δια της φυσικής τους εξέλιξης παρατημένα στην απρόσκοπτη, αχαλίνωτη κίνηση των εικόνων. Οι πρόσφυγες ως φυσική παρουσία, περισσεύουν λοιπόν όταν τα εκάστοτε δυτικά σύνολα, εμποτισμένα με την ικμάδα που προσδίδει η ιδεολογική ασφάλεια, έχουν εκδώσει τις τελεσίδικες αποφάσεις τους μέσω του παραδεδεγμένου ασαφή και αόριστου τρόπου, για τον ρόλο που τους προσήκει. Δεν είναι μόνο ο αχός των ακατάπαυστων βομβαρδισμών, οι μεμψιμοιρίες των ανήσυχων εθνοπόντικων, οι φράχτες στα σύνορα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, οι υγροί μαζικοί τάφοι, η άνοδος του εθνικισμού, τα φιλάνθρωπα σκέλεθρα και οι κάννες των όπλων πίσω από το αγόγγυστο μαρτύριο των προσφύγων. Είναι τα εμπορικά κέντρα, η θαλπωρή του καναπέ, οι αμέριμνες βραδυνές περιδιαβάσεις στα στενά της πόλης, οι προβολές και οι ταινίες στα αυτοοργανωμένα επιμορφωτικά εργαστήρια, η διαπόμπευση υπό την μορφή επικοινωνίας στα social media, το τετριμμένο καλημέρα με τον γείτονα, η νεκρανάσταση και η κατανάλωση επαναστατικής ιδεολατρείας, ο ίδιος ο λόγος που συνοδεύει την κάθε μας δραστηριότητα. Κυρίως όμως, είναι η γαμημένη καθημερινή ζωή που ασελγεί πάνω στα ζώντα υποκείμενα. Η εκπόρνευση οδυνηρών βιωμάτων στο δημόσιο για την πορνοποίηση κάθε δημόσιου βιώματος. Τότε μονάχα η οδύνη διαλύεται στην φαινομενικότητα.

Φιλοξενία στους μετανάστες. Χαρτιά στους μετανάστες. Refugees Welcome. Είμαστε όλοι μετανάστες. Πόσων αλήθεια οι καρδιές ευφράνθηκαν μόλις βρέθηκαν μπροστά στην φιλόξενη στάση του ελληνικού λαού; Πόσες ελπίδες αναζοπυρώθηκαν βλέποντας κόσμο των χαμηλών κοινωνικών στρωμάτων να στέκεται αλληλέγγυος με το δράμα των προσφύγων, φτάνοντας στο σημείο πολλοί εξ αυτών να φιλοξενούν κόσμο στην ίδια τους την κατοικία; Οι προσδοκίες αναπτερώθηκαν, οι επιθέσεις σε καταυλισμούς, τα πογκρόμ, οι πορείες μίσους και το ρατσιστικό δηλητήριο που για να είμαστε ειλικρινείς ουκ ολίγες φορές χύθηκε, αποτελούσαν μεμονωμένα περιστατικά και φυσικά δεν χαρακτήριζαν σύνολη την ελληνική κοινωνία, η οποία με το προσφυγικό παρελθόν της βαθιά χαραγμένο στην συλλογική μνήμη στάθηκε δίπλα στους πρόσφυγες. Σε ομόλογη διάθεση το ”κίνημα” δεν άργησε να επιδοθεί στην ιδαίτερα ανεπτυγμένη δραστηριότητα της αοριστολογίας, της αμετροέπειας, του μεσσιανισμού και της κατασκευής μανιχαϊστικών αναγνώσεων. Αναγνωρίζοντας στην ταυτότητα του πρόσφυγα, ένα καθ εαυτό επαναστατικό υποκείμενο, έσπευσαν επιτακτικά να δημοσιοποιήσουν τις φιλόξενες προθέσεις τους με τον μανδύα της αγωνιστικής όσμωσης ανάμεσα στους εκμεταλλευόμενους. Επειδή όμως δεν έχω καμία διάθεση να εστιάσω στην αποδόμηση των φαιδρών φληναφημάτων της αριστεράς κλασσικής ή ριζοσπαστικής, θα περιοριστώ στην ανάδειξη των αντιφάσεων, πάνω στις οποίες έχει καλλιεργηθεί το αμάλγαμα των αλληλέγγυων και του κινήματος των καταλήψεων.

β) Ιστορικισμός και η συνακόλουθη αναπαραγωγή των κρατικών αφηγήσεων

Δεν θα προσφέρω μία καινοτόμα διαπίστωση λέγοντας ότι διαχρονικά οι άνθρωποι των καταπιεσμένων εργατικών στρωμάτων, οι περιθωριοποιημένοι, οι αποκλεισμένοι, οι παραβατικοί, οι μετανάστες και γενικότερα οι κοινωνικές ομάδες εντός των οποίων εμφανιζόντουσαν τα εκάστοτε ανατρεπτικά κινήματα, κατοικούσαν στα πλαίσια των αντιφάσεων που τα εξέθρεψαν. Αυτές οι αντιφάσεις εξάλλου προτού υπερκεραστούν (στοιχείο εμφανές στην αποδοχή τους ως ανατρεπτικό κίνημα διαμέσου της σύγχρονης ιστορικής αφήγησης) και καταλήξουν στοιχείο της πολιτισμικής διάρθρωσης, τους εξασφάλισαν τον χαρακτηρισμό του ανατρεπτικού κινήματος στο σήμερα. Ήταν όμως η ίδια η αίσθηση του αποκλεισμού η καθοδηγήτρια αρχή, το έρεισμα πάνω στο οποίο κατόρθωσαν να συγκροτηθούν ως αδιαμεσολάβητο κίνημα, ως δύναμη αλλαγής και καταστροφής. Η φιλοξενία αποτελούσε καταφύγιο της καπιταλιστικής αυτοκρατορίας, δικλείδα ασφαλείας και κανάλι αποσυμπίεσης μπροστά στα επελαύνοντα κύματα των δυσαρεστημένων. Πως θα μπορούσαν στο κάτω κάτω οι ίδιοι οι ”φυλακισμένοι”, οι επιζήσαντες της κρατικής επίθεσης που ναυλοχούν διαρκώς αναζητώντας ρήγματα στο τοίχος με σκοπό να το γκρεμίσουν, να φιλοξενούν επισκέπτες σε έναν κόσμο αδιανόητο να θεωρηθεί ποτέ δικός τους; Η έννοια του φιλόξενου κράτους και του αλληλέγγυου λαού προσιδιάζει περισσότερο σε αριστερές ανθρωπιστικές δοξασίες ή σε χριστιανικά κελεύσματα ηθικής, όχι πάντως σε επιδιώξεις ολικών αρνητών του υπάρχοντος. Γι αυτούς ούτε δυνάμει φιλόξενα κράτη υφίστανται, ούτε καντιανής προέλευσης κοινωνικές εφαρμογές της κατηγορικής προσταγής, ούτε ”κατειλημμένες νησίδες ελευθερίας” εντός των οποίων αναπτύσσεται ένας νέος κόσμος. Είναι φορές που οι λέξεις λειτουργούν σαν κενά σημεία, δίχως να καταλήγουν σε κανένα νόημα και άλλες φορές που η χρήση τους μπορεί να να διαυγάσει άφατες αλήθειες. Αυτό ακριβώς παρατηρούμε να συμβαίνει σήμερα με τις λέξεις φιλοξενία, ανθρωπιά, κοινωνική αλληλεγγύη και άλλα γλοιώδη, αόριστα νοητικά σχήματα της μεταμοντέρνας χύτρας. Οι πράξεις βέβαια κραυγάζουν κι ακτινοβολούν περισσότερο από οποιαδήποτε λέξη, αλλά στην πραγματικότητα του θεάματος που θα μπορούσε να αποτυπωθεί ευκρινέστερα ο απόλυτος ρεφορμισμός αν όχι στην χρήση φράσεων όπως κοινωνική αλληλεγγύη η συνθημάτων τύπου χαρτιά στους μετανάστες, κλοτσιές στα αφεντικά από αναρχικούς; Ας έχουν υπόψιν τους ορισμένοι πριν ξεκινήσουν να μακρυγορούν και να φωνασκούν ότι η κοινωνική αλληλεγγύη δεν είναι το αίσθημα του αγώνα ως κοινό βίωμα ανάμεσα στα καταπιεσμένα κοινωνικά στρώματα αλλά η πρόσφυση του ποιμνίου στο όνομα της οποίας θυσιάζονται όλες οι αντιφάσεις. Θα αναφερθώ όμως αργότερα στον ιστορικισμό των χαυνωμένων καλοθελητών. Στο παρόν έχει περισσότερο ενδιαφέρον να αναφερθώ στην χωροταξική αμφίδρομη σχέση των εν ελλάδι αναρχικών με το κράτος. Μία σχέση όχι επιβολής, αφομοίωσης και κυριαρχίας αλλά σύνθεσης και αδιαχώριστης συνάφειας υπό την σκεπή της ίδιας ολότητας. Οι αναρχικοί δεν έχουν αφομοιωθεί από την κυριαρχία όπως και η κυριαρχία δεν μεταστρέφεται διόλου από τις κλαυσήγελες προσπάθειες των αναρχικών. Οι αναρχικοί είναι αναπόσπαστο κομμάτι της κυριαρχίας, σε απόλυτη διαλεκτική σχέση με τα υπόλοιπα αόριστα ρεύματα της κοινωνίας και φυσικά απαλλαγμένοι εκ της όποιας συνειδητοποίησης, πυλώνας της συνδιαχείρησης του δημοσίου χώρου. Η ανάγκη άμεσης δραστηριοποίησης μπροστά στα κοινωνικά προβλήματα που ενσκήπτουν φανερώνει ακριβώς αυτήν την αλληλένδετη ύπαρξη. Ακόμα περισσότερο ο τρόπος και τα μέσα. Καταλήψεις κτηρίων, επαγγελματική αποκατάσταση, ένταξη στην κινηματική καθημερινότητα, σεβασμός και αποδοχή της διαφορετικότητας, απάμβλυνση των ανύπαρκτων γενικότερα επαναστατικών θέσεων και προταγμάτων στο όνομα της συνύπαρξης, φιλανθρωπία, αναγωγή της κοινωνικής αλληλεγγύης σε ύψιστο καθήκον, θυματοποίηση, θυμική στοχοποίηση των υπευθύνων η οποία στην πλειοψηφία των περιπτώσεων στερείται οποιασδήποτε κριτικής θέσης η τουλάχιστον υποτυπώδους γεωπολιτικής ανάλυσης, αδιαφορία για μια στοχοθεσία ως εκφραστή μιας συνολικότερης στρατηγικής και άλλα πολλά στοιχεία που αποδεικνύουν την ομοιότητα ανάμεσα σε ”κίνημα” και τα υπό κατάρρευση κράτη. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που τα κράτη αδυνατούν να αφομοιώσουν ουσιαστικά τον οποιοδήποτε έτσι και οι αναρχικοί δεν διαθέτουν κανέναν χώρο εντός του οποίου μπορούν οι πρόσφυγες να ενταχθούν και να αλληλεπιδράσουν. Το μόνο που απομένει είναι η ταυτοποίηση των παρείσακτων και η ραχιτική ψευδοεπικοινωνία μαζί τους με την αρωγή της αστικής πολυσθένειας. Το χωνευτήρι ασχήμιας και αδυναμίας θα συνεχίσει να πλαταίνει έως ότου οδηγήσει στην ολοκληρωτική καταστροφή. Μια καταστροφή, μακριά από την ευκταία διονυσιακή τρέλα του οριστικού ξεπεράσματος διαμέσου της εκφόρτισης μιας συσσωρευμένης δύναμης. Μια καταστροφή βιωμένη στην πλήρη της ένταση στο σήμερα. Στα βράδια της ανοίας, στις μηχανικές διαδρομές ανάμεσα στα αστικά πλήθη, στα υποχρεωτικά πέρα δώθε των διακοπών, στις ανούσιες ανταλλαγές ακατάληπτων πλέον λέξεων, στις μικρές ασήμαντες και αβίωτες πλέον καθημερινότητες μας ανεξαρτήτως αν σε αυτές περιλαμβάνονται πρόσφυγες ή όχι. Όσοι επέλεξαν να ακολουθήσουν αυτήν την καταστροφή αποδεχόμενοι, είτε με επευφημίες είτε με παράπονα το γέρμα της ζωής, δεν θα μας λείψουν καθόλου. Ας κοιτάξουν τουλάχιστον να συμμαζέψουν την μνησικακία τους αποφεύγοντας να διαδώσουν την μιζέρια που έχει γίνει πλέον φύση τους με την μορφή επαναστατικών διαγγελμάτων. Δεν έχουμε κανένα τόπο να θεωρήσουμε πατρίδα μας, δεν θέλουμε να επαν–οικειοποιηθούμε ούτε χαλίκι από τις αυτοκρατορίες των μαζών. Όπως είχε διατυπώσει εύστοχα στο κάτω κάτω και ο Alfredo Bonnano: «Απομακρυσμένος από την καταστροφή σαν ολικό πρόταγμα, ο ίδιος ο αγώνας αφυδατώνεται και η παραγωγή που θα μπορούσε να κάνει μια απόπειρα αυτοδιαχείρισης λιποθυμά στα χέρια της συν-διαχείρησης». Αυτό που διαχρονικά απομένει στον εξεγερμένο είναι η διαύγαση του πλέγματος αλληλοεξαρτήσεων στο εσωτερικό του οποίου αναπαράγεται ο εχθρός. Αμφιβολίες σχετικά με την επιλογή και την ηθική διάσταση της επίθεσης δεν υφίστανται.

Επιστρέφοντας στις φαινομενικά πρωτόφαντες ιδεολογικές αναθεωρήσεις εντός του αναρχικού χώρου αλλά όχι μόνο, σε αυτό το όχι μόνο μας δίνεται η δυνατότητα να βρούμε απαντήσεις για καλά επικουρούμενες από την ιστορική νάρκωση, παραδοξολογίες. Οι πολλαπλασιαζόμενες αναθεωρήσεις με την κουστωδία της γενικευμένης σύγχυσης δεν προσιδιάζουν σε απόμερους πρίνους έρημων τόπων, αλλά στους κύριους και μοναδικούς καρπούς της αστικής ισοπέδωσης. Η ρέμβη μιας ιστορίας αυτόνομης, αυταρχικής και διαρκώς επανερχόμενης, μέσω των εμπορευμάτων συμπαρασύρει τα άτομα σε έναν ξέφρενο χορό με τις απραγματοποίητες υποσχέσεις που στον ανεστραμμένο κόσμο του θεάματος έχουν την ευκαιρία να κυριαρχήσουν, ( η για να κυριολεκτούμε να προσποιηθούν την κυριαρχία τους ), μεταφέροντας τις εικόνες του τότε στο σήμερα δίχως την παραμικρή συνέπεια. Οι συνθήκες, τα πρόσωπα, τα κίνητρα, οι ίδιες οι ιστορικές εκρήξεις και τα ποτάμια αίματος στην επιφάνεια των οποίων τα καράβια του χρόνου διαφυλούσαν το μέλλον κυριευμένα με την λατρεία της φθοράς και τον σχεδιασμό της μοίρας αφανίζονται, αγνοώντας τον πνιγμό όσων λαγγεμένων επέλεξαν στο σήμερα να τα ακολουθήσουν κολυμπώντας. Στα συντρίμμια της ιστορίας λοιπόν, ξεπροβάλλει ο πλέον χυδαίος ιστορικισμός. Δεν μιλά όμως για μια ιστορία κομιστή γνώσης και λόγου. Δεν ερείδεται σε μια προϊούσα αποκάλυψη ενός ιστορικού σκοπού, ούτε προτίθεται να πάρει ξεκάθαρη θέση στην μαινόμενη κοινωνική σύγκρουση. Είναι ένας ιστορικισμός, ως εργαλείο διάνθισης ιδεολογικού λόγου, ο οποίος καταναλώνεται από τα πλήθη ως εμπόρευμα. Καλύπτει με ένα μαύρο σάβανο τα κοινωνικά δρώμενα και ωθεί τους θεατές στην θεαματική αυτοαναφορική δράση. Η μοναδικότητα των στιγμών και οι ιστορικοί τόποι στους οποίους μετανάστες και ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια ξεδίπλωσαν μια επαναστατική διάθεση αγνοούνται, τα ενεργά υποκείμενα διαχωρίζονται από τις επιλογές τους και απεμπολούν την ολότητα τους ενώ απομονωμένες ανιστορικές εικόνες παρατάσσονται στις βιτρίνες της αλλοτρίωσης. Οι αλληλέγγυοι αντιμετωπίζουν τα πλήθη προσφύγων στην καλύτερη ως άβουλα, ενεργούμενα με την ανάγκη ποδηγέτησης μέχρις ότου την κατανόηση του συμφέροντος τους και στην χειρότερη ως αξιολύπητα ρετάλια, για την εκτόνωση του φιλάνθρωπου οίκτου μας. Οι καταναλωτές ιδεολογίας αφού εδώ και χρόνια απέναντι στις σύγχρονες κρίσεις, (τις οποίες πρωτίστως ασπάστηκαν ως δικές τους) επέλεξαν να κατεβάσουν από τα ράφια τον Μαρξ και τον Μπακούνιν, ώστε να αναζητήσουν απαντήσεις στρεφόμενοι με ξέχειλο πάθος στον εργατισμό, στον λαϊκισμό, στην τελεολογία, στην κομμουνιστικοποίηση και στον ντετερμινισμό, τώρα αναπόφευκτα εφαρμόζουν την ίδια στρατηγική όσον αφορά το προσφυγικό ζήτημα. Οι πρόσφυγες παρουσιάζονται ως a priori δυνάμει επαναστατικά υποκείμενα, η κοινωνική αλληλεγγύη ως επαναστατικό καθήκον και ο εχθρός φυσικά αναλλοίωτος και απαράλλαχτος από τον 18ό αιώνα. Παρερχόμενοι βέβαια τις πραγματικότητες και τις δυνάμεις δια των οποίων προέκυψαν οι ”απελευθερωτικές” κοινωνικές συγκρούσεις στο παρελθόν, θέλοντας να τις μεταφέρον αυτούσιες στο τώρα, εκπίπτουν στην ηγεμονισμό, την εξουσιομανία και το καναλιζάρισμα, με απότοκο ο ίδιος ο δήθεν απελευθερωτικός αγώνας να απεμπολεί όποιο απελευθερωτικό η οριζόντιο χαρακτηριστικό του. Φτάνουμε έτσι στο σημείο οι πολυσυζητημένες δομές αλληλεγγύης για την επανένταξη, την φιλοξενία, την αγωνιστική όσμωση η οποιοδήποτε άλλο καθήκον επιλέγει το κάθε σχήμα ώστε να φτιασιδώσει την δραστηριότητα του και να επισκιάσει τα καλορυθμισμένα γρανάζια στα θεμέλια του, όχι μονάχα να φυλακίζουν το σήμερα στην πλέον ειδεχθή παρελθοντολαγνεία, αλλά να κηλιδώνουν το ίδιο το παρελθόν, ενισχύοντας τις στρατιές του υπάρχοντος ενόσω αυτές προελαύνουν ενάντια στα ετοιμόρροπα τείχη της κοινωνικής μνήμης. Αντιλαμβανόμενοι την αλληλένδετη σχέση μεταξύ της ιστορικής παραποίησης διαμέσου των σημερινών νοθευμένων συγκρούσεων και της καταξίωσης του σήμερα διαμέσου της ιστορικής παραποίησης, δεν διαθέτουμε τα περιθώρια να βρεθούμε προ εκπλήξεως μπροστά στους σωρείτες ευφημισμών που το παγκόσμιο θέαμα επιφυλάσσει για τους μη εμφανώς κεφαλαιοποιημένους ακόμα, ανολοκλήρωτους αγώνες. Το ίδιο εγκώμιο, που πλέον δικαιώνει εργατικούς αγώνες του παρελθόντος, κονιορτοποιημένες επαναστάσεις και βαλσαμωμένα κινήματα ( πχ. Αντιρατσιστικά, φεμινιστικά ) θα στολίσει άμεσα και τα ενασχολούμενα με το προσφυγικό ζήτημα κινήματα. Η θέση μου όμως δεν περιορίζεται σε μία μερική κατά την γνώμη μου κριτική της αφομοιωτικής διαδικασίας και αυτό διότι δεν διαχωρίζω τους κοινωνικούς μηχανισμούς από τα πραγματικά ιστορικά πρόσωπα τα οποία τους ενσαρκώνουν. Ως συνέπεια της παραδοχής αυτής τα κινήματα δεν αποτελούν πιθανά αντικείμενα αφομοίωσης, αλλά είναι η ίδια η κοινωνική αφομοίωση δια της οποίας συντίθεται το εκμαγείο του θεαματικού παραπήγματος. Γιατί μόνο η συνολική, αδιαμεσολάβητη, μηδενιστική επίθεση η οποία μετατρέπει τον πόλεμο σε προσωπικό στοίχημα, διαθέτει τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να γκρεμίσει συθέμελα το υπάρχον, απομακρυσμένη από ρεφορμιστικά αιτήματα και αποδεσμευμένη από το βραχνά των κοινών υποθέσεων. Αδιαφορώ για το πόσο ισοπεδωτικό ή ελιτιστικό ακούγεται αυτό. Πολλά έπονται της απόρριψης της αντίληψης ότι το κράτος είναι αυτόνομο υποκείμενο με προσωπική βούληση όσο κι αν οι ιδεολογίες των παρακμιακών του ζηλωτών διατρανώνουν το αντίθετο.

γ) Η αλληλεγγύη κοινός τόπος του φιλελεύθερου κράτους

Τέλος, θα ήθελα να κάνω μια πολύ σύντομη αναφορά στο δόγμα της κοινωνικής αλληλεγγύης, η οποία προς χάριν της λεκτικής πολυφωνίας μόνο διαχωρίζεται από την έννοια της φιλανθρωπίας. Κοινός τους τόπος είναι ο τόπος του αστικού κράτους, τα κεκτημένα του διαφωτισμού και η θρησκεία του ανθρωπισμού. Η ιεροποίηση της κοσμικότητας, επικουρούμενη από την αποϊεροποίηση της προσωπικότητας. Μια σχέση που διασφαλίζει ο συνεχής κρατικός έλεγχος, με την εισβολή του σε κάθε πλευρά της ιδιωτικής ζωής και την κατάργηση της, μέσω της επιβεβλημένης εξατομίκευσης. Το κράτος αποκτά σάρκα και οστά όσο αποκειμενοποιούνται τα ζώντα υποκείμενα στο εσωτερικό του, όσο οι υποθέσεις του κράτους μετατρέπονται σε υποθέσεις των υποτελών του. Όσο κληρονομούν ανεπιφύλακτα τον λόγο του και όπως ο μεγάλος άπατρις φιλόσοφος Φ. Νίτσε είχε ισχυριστεί ” Κάθε τι που κάνει ένας άνθρωπος που βρίσκεται στην υπηρεσία του κράτους είναι αντίθετο προς την φύση του ”. Η θέληση για δύναμη του κράτους είναι η ατροφία της θέλησης για δύναμη του Εγώ. Είναι όπως θα έλεγε και ο ίδιος η απόλυτη κυριαρχία των ανθρώπινων αντενεργών δυνάμεων. Η αλληλεγγύη των κοινωνικών εξαρτημάτων είναι ο θάνατος της αμφίδρομης αλληλεγγύης, των πραγματικών αόρατων νημάτων ανάμεσα στους δημιουργικούς πλάνητες. Η εσωτερίκευση των κρατικών αναγκαιοτήτων, εκδηλωμένες πλέον ως ένστικτο, ως αντανακλαστική κίνηση, ως φύση, δίνουν την χαριστική βολή στις πιο ρωμαλέες και τις πιο αξιοζήλευτες πλευρές του ανθρώπινου είδους. Γι’ αυτόν τον λόγο, δεν στοχοποιώ τις κινητοποιήσεις για το προσφυγικό ως ρεφορμιστικές στο όνομα μιας επαναστατικής ορθότητας αλλά ως μηχανικές και απρόσωπες. Xαρακιές στα ανθρώπινα σώματα εις όφελος της υγείας της κοινωνίας. Αποτελμάτωση της προσωπικής βούλησης και απόλυτο καναλιζάρισμα των κατ’ επίφαση ελεύθερων επιλογών στα δίκτυα της διαλεκτικής του κράτους. Πόσο δυσμενής είναι η θέση κάποιου ικανού να παρατηρεί την αλληλεγγύη από επιτομή της φυσικής εγγύτητας, από συναισθηματικό παλάτι που αγκαλιάζει στοργικά όσους αντιμετώπισαν θύελλες και δαίμονες στα μέσα της ένσκοπης πορείας τους, να μετατρέπεται σε πρωταρχικό πυλώνα μιας ανθρωπότητας ξεπεσμένης και λιλιπούτειας μπροστά και στον πιο αξιοκαταφρόνητο σκοπό.

4) Μία αντιανθρωπιστική θέαση

Επιθυμώντας να συνοψίσω και να κλείσω αυτόν τον ορυμαγδό ανώφελων συμπερασμάτων, προσωπικών προβληματισμών και απονενοημένων προσπαθειών για μια κατά το δυνατόν ευδιάκριτη αποτύπωση άφατων συλλογισμών, φτάνω αισίως στην στιγμή να καταθέσω μια δική μου πρόταση. Το πρόταγμα μου που αν κάποιος το εκλάβει σαν τέτοιο είμαι πεπεισμένος πως ανέγνωσε την κάθε πρόταση έχοντας την θετική ή αρνητική κριτική την οποία με τον διαδεδομένο ουδέτερο τρόπο εξέφρασε, σχηματισμένη και ετοιμοπαράδοτη, προτού επιλέξει να αξιοποιήσει τον χρόνο του σπαταλώντας τον σε αυτό το κείμενο. Και αφού μεταφράζω όλες τις επιλογές ως ιδιοτελείς εκφάνσεις μιας και μοναδικής ατομικότητας, καταθέτω την δική μου εγωιστική και γι’ αυτό καθόλου ξεχωριστή καθ’ αυτή θέση της οποίας το νόημα συμπυκνώνεται σε μία φράση: ” Να δολοφωνήσουμε την αλληλεγγύη ως πολιτική πράξη και κοινωνικό καθήκον.”. Η διαβόητη κοινωνική αλληλεγγύη, ως ακόμα μία αλυσίδα, εγγυητής της περίσφιξης των κοινωνικών σχέσεων και της διαιώνισης των κυρίαρχων προτύπων γνωριμίας, οφείλει να αποδομηθεί υπό την συγκεκριμένη μορφή από τους υπονομευτές του υπάρχοντος κόσμου, καθώς εντός της σοβούν οι δουλικές αρχές κατασκευής πολιτών έναντι αυτόνομων εγωιστών. Η ανθρωπιστική αλληλεγγύη των κοινωνικών κυττάρων, αφού υποβαθμίσει και περιθωριοποιήσει τις διαπροσωπικές σχέσεις, τις διαχωρίζει ψευδώς δια της υπαγωγής τους στην γενικευμένη ασάφεια ενώ αποβλέπει στην δημιουργία κλίματος ενότητας μεταξύ των επιμέρους αφαιρέσεων της. Εν τέλει αποκαθαίρει το εντεινόμενο μίσος όσο το αξιοποιεί ενισχυτικά προς τους μηχανισμούς διαμεσολάβησης, μετατρέποντας την δημόσια ζωή σε συνέλευση κωφάλαλων στην οποία μόνο οι διαφημίσεις έχουν λόγο. Ταυτόχρονα όμως, με το αδράχτι του καθήκοντος γνέθει την στιγμή που μιλάμε τον νέο κοινωνικό χάρτη, εκριζώνοντας κάθε τυχόν υπόνοια αυτοκαθορισμού, στοιβάζοντας τους ανθρώπους στους συντεχνιακούς της βόθρους.

Πόσο άραγε το σύνολο των προαναφερόμενων αντιδράσεων αποδεικνύουν την βαθιά πίστη στην κοινωνία, το κράτος και στο ανήκειν στο ανθρώπινο κοπάδι; Πόσο τα ανώτερα αισθήματα της αυτοκυριαρχίας, της δύναμης, της περιφρόνησης, και του αυτοκαθορισμού εξοβελίζονται ώστε να παραταθεί η ανομβρία και η ερημοποίηση της ανθρώπινης αισθαντικότητας; Και δεν είναι η ίδια η εξέγερση και ο πολυδιακηρυγμένος πόλεμος που παραμερίζονται όταν αυτό το κοπάδι βρίσκεται υπό την απειλή της διάλυσης του; Και τελικά πόσο ειλικρινή και ραφιναρισμένο μπορούμε να κατονομάσουμε το αίσθημα αυτό όταν η δυναμική του εξαντλείται σε επιτήδειες πράξεις ελεημοσύνης και εσωτερικευμένα αντανακλαστικά οίκτου? Δίχως πάντα να απουσιάζει η χαρακτηριστική υστεροβουλία, καταχωνιασμένη στα παρασκήνια του απαστράπτοντος ανθρωπιστικού θεάματος. Αν αυτός εν ολίγοις είναι ο καθιερωμένος, κοινά αποδεχτός ορισμός της παραπάνω έννοιας, αξίζει χίλιες φορές να παραδοθεί στην φωτιά παρέα με όλες τις φτηνές βιτρίνες, τα σύμβολα του εμπορευματικού φετιχισμού και τις απομιμήσεις της κατ’ επίφαση ελεύθερης ζωής. Στη θέση του κοσμικού αυτού μιάσματος, στόχος είναι ο κάθε εξεγερμένος να αντιπαραβάλει την τραχύτητα της εγωιστικής, επιλεκτικής και περιπαθούσας συνενοχής μεταξύ προσώπων των οποίων τα δυσεύρετα, εκλεπτυσμένα αισθήματα φωλιάζουν σε πυκνές ανεξερεύνητες λόχμες διεγερμένων επιθυμιών. Η συνενοχή ως ορμέμφυτο, ως ύπατη έκφραση του αισθήματος για αναζήτηση δύναμης, ως περίστροφο στα χέρια της αριστοκρατίας των επαναστατημένων μειοψηφιών και όχι ως κοχλίας στο πλέγμα των κοινωνικών αλληλοεξαρτήσεων ή ως οφθαλμαπάτη στην έρημο της καπιταλιστικής αναγκαιότητας. Συμφωνώ λοιπόν με τον στοίχο του Λώτρεαμον: ” Η μεγάλη πανανθρώπινη οικογένεια είναι μια ουτοπία πολύ μέτριας λογικής.” Σίγουρα όμως κανείς δεν προέβλεψε την σύγχρονη ευτέλεια.

Ότι και να ειπωθεί υπό το πρίσμα οποιασδήποτε θεωρητικής ερμηνείας η εποχή είναι μία, μας εμπεριέχει και την εμπεριέχουμε, μας συντρίβει και την υπονομεύουμε, μας εξυψώνει και της το ανταποδίδουμε με περισσότερο φως. Η ανθρωπότητα ζητά την βοήθεια μας και έχουμε καθήκον απέναντι στον εαυτό μας, για την διατήρηση της συνέπειας μας να της γυρίσουμε ανενδοίαστα την πλάτη. Η ομαλότητα, η ευστάθεια και το αύριο τρεκλίζουν δίχως την ασφάλεια κανενός ιδεολογικού μαξιλαριού. Η αυτοκρατορία καταρρέει, ενώ συγχρόνως ένας γλίσχρος, υποτονικός μηδενισμός την σπρώχνει στις έσχατες μέρες της. Ποια είναι η θέση που θα διατηρήσουμε; Σε αυτό παραμένω κάθετος όσο έκλυτη κι αν φαντάζει η ομολογία μου σε όσους το ρίχνουν στις γονυκλισίες στο άκουσμα της καταστροφής αλλά την πραγματώνουν και την εξαπλώνουν καθημερινώς, αναμένοντας να σκεπάσει η σκόνη κάθε τετραγωνικό εκατοστό της ύπαρξης. Τώρα, την στιγμή της αποσάθρωσης, ας ανοικοδομήσουμε την σχέση μας με τον μύθο, κατασκευάζοντας απαντήσεις που θα μας αρπάξουν και θα μας σηκώσουν απότομα από τον σβέρκο. Αν ζητήσουν την αλληλεγγύη σας δώστε τους την βαθιά σας περιφρόνηση. Αν σας ζητήσουν τροφή προμηθεύστε τους όπλα. Αν σας ζητήσουν συνδρομή χαρίστε τους φωτιά. Αν σας ζητήσουν ενδύματα υπενθυμίστε τους την γύμνια τους. Αν σας ζητήσουν μέλλον προσφέρετε τους παρόν. Αν σας ρωτήσουν για το παρόν παρουσιάστε τους αδιέξοδα και αν αυτά δεν είναι αρκετά βάλτε την φαντασία σας στο παιχνίδι. Σε όποιον εκλιπαρήσει για ενότητα, απαντήστε με ένα ειρωνικό χαμόγελο ικανοποίησης. Οι εποχές της μετριοπάθειας και της παλινδρόμησης φτάνουν στο τέλμα τους. Η πλάστιγγα βρίσκεται στο τραπέζι και ο καθένας είναι υποχρεωμένος να ζυγίσει το βάρος των σκοπών του. Όσο για μένα ”η πτώση των λαών και της ανθρωπότητας θα σημάνει την δική μου ανατολή”.

Για την ανατολή του νέου Νιχιλισμού.
Λύσσα και συνείδηση
Άρνηση και βία.

Horizontal Mortem – Σύμπραξη Αναρχικών Consumimur Igni
Mail επικοινωνίας: consumimurigni@espiv.net

υ.γ: Τα κείμενα με ατομικές υπογραφές πιθανόν να μην αντιπροσωπεύουν επακριβώς θέσεις και αντιλήψεις όλων των συντρόφων της σύμπραξης αλλά παρά ταύτα να εντάσσονται στην γενικότερη αναρχομηδενιστική σφαίρα και του θεωρησιακού της υπόβαθρου που προωθεί και εξασφαλίζει την αυτονομία του κάθε προσώπου.

Αφισάκι/αυτοκόλλητο σε ελληνικά και ισπανικά

Χαιρετίζουμε τους συντρόφους στη Χιλή. Μόνο αγάπη και σεβασμό τρέφουμε για τους εξεγερμένους σ’αυτό το κομμάτι της γης. Τι κι αν μας χωρίζουν ωκεανοί και ήπειροι, η φλόγα της εξέγερσης ζεσταίνει με την ίδια εγγύτητα τα κουκουλωμένα μας πρόσωπα.

Η Αναρχία αναπνέει στα οδοφράγματα.

Φιλάκια κι αναπτήρα σε όλα τα συντρόφια που ψάχνουν δίπλα τους αδέρφια να τους ανάψουν το μπουκάλι.

Να πυρπολήσουμε την κοινωνική ειρήνη με την εξεγερτική παρουσία μας στο δρόμο τις μέρες και τις νύχτες. Όταν θυμόμαστε και τιμάμε φυλακισμένα ή νεκρά συντρόφια αλλά και επειδή απλώς είναι Σάββατο βράδυ, Κυριακή, Παρασκευή, Δευτέρα και όποτε άλλοτε μας βάζει σε κίνηση η επαναστατική μας κάβλα.

Τα λέμε στους δρόμους της φωτιάς

Ραντεβού στα βενζινάδικα.

Σύμπραξη αναρχικών – Consumimur Igni

Περί Black Friday το ανάγνωσμα

Ως Μαύρη Παρασκεύη χαρακτηρίζεται στην αμερικανική εμπορική παράδοση η Παρασκευή που έπεται της ημέρας των Ευχαριστιών. Θεωρείται η πρώτη εκ των ημερών της χριστουγεννιάτικης καταναλωτικής φιέστας. Τα εμπορικά καταστήματα τη μέρα αυτή κατεβάζουν απαράμιλλα τις τιμές των εμπορευμάτων και χτυπάν “μαύρο” σε εισπράξεις, αφού παμπληθής καταναλωτική μάζα συρρέει στα καταστήματα για να δοθεί ακόρεστα σε κάθε παρθενογεννημένη της επιθυμία εκμεταλλευόμενη τις γενναίες εκπτώσεις στις τιμές των εμπορευμάτων. Αυτές εδώ οι γραμμές όμως δε θα ‘χαν γραφτεί ποτέ χωρίς τη γενεσιουργό αφορμή τους: την εισήγηση του καταναλωτικού εθίμου στην ελληνική αγορά. Παρασκευή, λοιπόν, 25 του Νοέμβρη του 2016 Κ.Ε. το εμπορικό έθιμο εισηγήθει στο ελληνικό καταναλωτικό κοινό.

Αυτές εδώ οι αράδες δεν είναι ένα ρέκβιεμ για τα χαμένα εργασιακά δικαιώματα, τους κομμένους ή εξαφανισμένους μισθούς ή την εργασιακή επισφάλεια. Δεν είναι στις προθέσεις τους να εμπλακούν σε καμία οικονομίστικη ανάλυση ή νεοβαπτισμένα μαρξιστικά φληναφήματα ούτε και θα αναφερθεί σε όρους όπως ανεργία ή οικονομική κρίση.

Αφού όμως αναφερθήκαμε στο τι δεν είναι, εύλογο καθίσταται το ερώτημα: και τι είναι; Είναι ένα παρατηρητήριο της ανθρώπινης κατάστασης εν έτει 2016, ιδωμένης εν συναρτήσει του κυρίαρχου ανθρωποτυπικού μοντέλου της θεαματικής κοινωνίας, του homo consumens.

Η ημέρα της Μαύρης Παρασκευής είναι στιγμή της μανιωδέστατης έκφρασης του homo consumens. Φωνασκίες, αψιμαχίες, βρωμόξυλο και ποδοπάτημα · χαιρόμαστε όσο τίποτε να βλέπουμε την αυθεντική εκδήλωση αυτού του ιδεατού -αλλά απολύτως απτού και μη δεοντολογικού- μαζανθρώπου. ”Η παραγωγή υπερβολικού αριθμού χρήσιμων πραγμάτων καταλήγει στη δημιουργία υπερβολικού αριθμού άχρηστων ανθρώπων”, έλεγε ο θείος Κάρολος και δε θα διαφωνήσουμε καθόλου, εσκεμμένα παρανοώντας τα συμπεράσματά του. Ο ανθρωπότυπος του homo consumens απομυζά τις τεχνολογικές εμπορικές κυκλοφορίες στάλα-στάλα κολλημένος στο βυζί της καπιταλιστική αγοράς. Κατασπαράσσει ό,τι η θεαματική κοινωνία έχει να του προσφέρει · χρήσιμα αντικείμενα, άχρηστα αντικείμενα, φαγητό, σεξ, τεχνολογικά επιτεύγματα, κινηματογράφο, τηλεοπτικές σειρές, ιδεολογία, ακόμη και ευνουχισμένη επαναστατικότητα.

Στις ζώνες τις παγκόσμιας αγοράς που η θεαματική βιτρίνα του βιοτικού επιπέδου έχει προ πολλού θρυμματιστεί, ο κύκλος και πάλι δε σπάει.

Ανία-Κατανάλωση-Άγνοια-Αποχαύνωση

Ο απτός-ιδεατός μαζάνθρωπος, ο homo cosnumens, παραμένει αεικίνητος μέσα στον κύκλο, στη μακάρια σκλαβιά της άγνοιάς του. Σε κάθε ευκαιρία εξαργυρώνει τη μιζέρια του με τη νέα κυκλοφορία του τάδε ή του δείνα τεχνολογικού παρασκευάσματος. Αυτή είναι η ανθρώπινη κατάσταση εν έτει 2016 Κ.Ε. και γίνεται βιωμένη στην αντανάκλαση μιας οθόνης, ιδανικά ηδονικά φρεσκοαγορασμένης. Το μεσολαβημένο βίωμα της θεαματικής κοινωνίας των τεθνεώτων είναι αντανακλάσιμο. Η εξατομίκευση της αθλιότητας, η ανεπάρκεια, το υπαρξιακό άγχος βιώνονται στην εκτυφλωτική οθόνη των παρασκευασμάτων της προόδου και του θεάματος.

Ανία-Κατανάλωση-Άγνοια-Αποχαύνωση

Για όσους λοιπόν αναζητούν δυστοπίες και αριθμημένους ανθρώπους σε βιβλία επιστημονικής φαντασίας, οργουελιανές ή χαξλεϊανές μυθιστορίες ή το ανεξερεύνητο έδαφος που μας επιφυλάσσει το μέλλον, τους το κάνουμε ξεκάθαρο για να μην έχουν καμία αυταπάτη:

Η δυστοπία είναι εδώ, η δυστοπία είναι τώρα.

Για όσους θα διακηρύξουν με περίσσιο επαναστατικό ζήλο από την άλλη ότι τάχα δεν έχουμε μια ουτοπία να αντιπροτάξουμε, να το ξεκαθαρίσουμε και σε αυτούς: έχουν απόλυτο δίκιο. Όσοι αναζητούν την ουτοπία μέσω των επαναστατικών τους προδιαγεγραμμένων είναι καταδικασμένοι να χάσουν το δρόμο χαζεύοντας το χάρτη.

Τυχαίνει οι δικοί μας όμως στόχοι να συμφωνούν με αυτούς της Μαύρης Παρασκευής. Όπως και οι εμπνευστές της εισαγωγής του εθίμου στην εγχώρια αγορά επιθυμούμε να αναθερμάνουμε την οικονομία. Μόνο που η δική μας θέρμη αφήνει πίσω της αποκαΐδια. Επιθυμούμε να δώσουμε πνοή στην αγορά. Μόνο που φροντίζουμε να ‘ναι η τελευταία της.

B.Contemplativa
Αναρχική σύμπραξη – Consumimur Igni

ΥΓ.1. Ας θεσμισθεί επιτέλους καθεστώς εξαίρεσης νόμου που θα επιτρέπει την ανθρωποκτονία κατά τη διάρκεια του Black Friday. Η ζωή σε αυτή την κοινωνία παλεύεται μόνο με το γέλιο που μας χαρίζει απλόχερα.

ΥΓ.2. Σπάσε τον κύκλο.

Ο θάνατος του ανθρώπου

Σημείωμα του μεταφραστή: Οι μεταφράσεις ως επιμέρους δραστηριότητα για την διάχυση μηδενιστικού λόγου δεν απαιτούν την συμφωνία του μεταφραστή με το περιεχόμενο του κειμένου, τον τρόπο έκθεσης του και κυρίως το νόημα που μεταφέρεται η το νόημα που αυτός είναι ικανός να προσλάβει. Συνεπώς, δεν υπάρχει κανένας δισταγμός για την συνεισφορά στην δημοσιοποίηση και αναμετάδοση κειμένων των οποίων ο λόγος δεν βρίσκεται σε σύμπνοια με αυτόν του μεταφραστή ή όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση, αντιβαίνει τις αντιλήψεις του ιδίου. Το παραπάνω κείμενο επιλέχθηκε σε μεγάλο βαθμό τυχαία ανάμεσα σε πολλά άλλα, διότι παρατηρήθηκε πως το εφαλτήριο του αν και από μηδενιστικό πρίσμα, ήταν αντίθετο προς την συνήθη βάση του μηδενισμού όπως αυτός έχει καταστεί γνωστός στην Ελλάδα, του οποίου οι τάσεις τείνουν σε έναν εκθειασμό του πρωτόγονου, του βάρβαρου, του ασυνείδητου, του ορμέμφυτου και του προσωπικού αντιπαραβάλλοντας μια βουλησιαρχική θεώρηση έναντι στην κυρίαρχη ορθολογικότητα, η οποία κατακεραυνώνεται ως υποκειμενική φενάκη στο παρόν κείμενο. Σίγουρος πως ο πόλεμος υπό όλες τις μορφές μπορεί να είναι ο καλύτερος δάσκαλος και συγχρόνως ο μοναδικός εγγυητής της αποδέσμευσης από την στασιμότητα, παραθέτω την παραπάνω μετάφραση ενός κειμένου του οποίου η κριτική επικεντρώνεται γύρω από την κριτική του σολιψισμού, του υποκειμενισμού, του ιδεαλισμού και του απόλυτου σχετικισμού.

_______________________________________________

Ο θάνατος του ανθρώπου.

Οι άνθρωποι πάντοτε θέλουν να μετατρέπουν τον μηδενισμό στην ιδέα που είναι πιο βολική γιαυτούς: Μην κάνεις τίποτα άλλο πέρα από αυτό που θες. Το δικαιολογούν αυτό με το ρητό “τίποτα δεν είναι αληθές , οπότε τίποτα δεν είναι πραγματικό, άρα δεν υπάρχει νόημα σε τίποτα“ και το θεωρούν αυτό βαθυστόχαστο. Αυτό που παρέλειψαν: νομίζουν τίποτα δεν είναι αληθινό, εκτός όμως από τους εαυτούς τους. Το μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης σκέψης τείνει προς τον σολιψισμό. Στο κάτω κάτω είμαστε απλά πιθήκια στα οποία πετάχτηκε ένα κόκκαλο με την μορφή υψηλότερης νόησης. Αυτό είναι ένα αμφίθυμο φορτίο. Η κατοχή εγκεφάλων ικανών να κατεργάζονται τη λογική σκέψη σημαίνει πως είμαστε διαρκώς σχιζοϊδείς, διχασμένοι ανάμεσα σε δύο καταστάσεις λειτουργίας της σκέψης:

Λογική: η λογική σκέψη υπολογίζει σύμφωνα με τους κανόνες τις λογικής. Είναι εντελώς αποκομένη από το να λαμβάνει υπ όψιν τον εαυτό, τον χρόνο, τη φυσιολογία και το συναίσθημα.

Εαυτός: Έχουμε έντονη συνείδηση της ένυλης ύπαρξης μας, των άμεσων αισθήσεων μας καθώς και του είναι μας, και όταν η λογική γίνεται πολύ έντονη, καταφεύγουμε σε αυτόν.

Με άλλα λόγια, μπορούμε συγχρόνως να αναπτύσσουμε λογική σκέψη και ζωική συνείδηση. Μας αρέσει όμως η ζωική συνείδηση διότι είναι μια μορφή ελέγχου. Οτιδήποτε κι αν μας απειλεί, έχουμε την στιγμή εκείνη την δική μας θέληση, με την δυνατότητα να πράξουμε με τον τρόπο που επιθυμούμε ( εντός ορισμένων πλαισίων ) και αυτό μας βολεύει. Μας ελέγχουμε. Γιαυτό οι μηδενιστές αναγνωρίζουν τον μηδενισμό ως την πύλη για την καθαρή σκέψη, συμπεριλαμβανομένης της πνευματικότητας. Υπερβαίνει τον έμφυτο σολιψισμό του σκεφτόμενου ζώου, ο οποίος μας οδηγεί στην προτίμηση σκέψεων που ελέγχουμε έναντι της λογικής την οποία μπορούμε στην καλύτερη, μερικές φορές να διοχετεύσουμε στην κάλυψη ορισμένων αναγκών. Ο ανθρώπινος σολιψισμός δημιουργεί μια στρεβλή εγγενή κατάσταση. Προσδοκούμε το σύμπαν να συμπεριφέρεται σαν τον ζωώδη εαυτό μας, ενώ υπάρχει ένας απόλυτος περιορισμός σε όλες τις σκέψεις μας που παρέχονται από τον εαυτό και της ζωικές του ανάγκες. Προσδοκούμε το σύμπαν να ασκήσει έλεγχο και να μας εμφυσήσει απόλυτες, έμφυτες, καθολικες και εγγενείς αλήθειες προσιδιάζοντας σε μία ιερή γραφή ή στον λόγο ενός αυταρχικού Θεού. Πιθανώς όμως απλά προβάλουμε τις δικές μας ατομικές και κοινωνικές επιθυμίες στο σύμπαν, περιμένοντας αυτό να αντιδράσει όπως εμείς όταν επανερχόμαστε στην ζωώδη φύση μας. Ο σολιψισμός αυτός – μία έλλειψη γνώσης για οτιδήποτε πέρα από το υποκείμενο που μιλά – παρουσιάζεται όταν αναζητούμε κυρίως τον έλεγχο και έπειτα τη λογική. Εμφανίζεται σε διαφορετικές συχνότητες ανάμεσα στους ανθρώπους. Μπορούμε να πειθαρχήσουμε τον εαυτό μας ώστε να περιορίσουμε αυτό το φαινόμενο. Ο μηδενισμός αποτελεί αυτήν την πειθαρχία. Αρνούμενοι την έμφυτη αλήθεια, τις καθολικότητες, την απόλυτη πραγματικότητα και τις πίστεις αρνούμαστε επίσης τις προβολές του ανθρώπινου σολιψισμού που αποδίδουν αυτές τις έννοιες στον κόσμο.

Υπάρχει μία αλήθεια – ο κόσμος, συμπεριλαμβανομένου του σύμπαντος και οποιεσδήποτε μεταφυσικές διαστάσεις διαθέτει. Είμαστε μια μικρή επιμέρους ποσότητα αυτής της αλήθειας και οι στοχασμοί μας πάνω στην αλήθεια αδυνατούν να αντικαταστήσουν το όλον. Όποιοι κιαν είμαστε, ζούμε και αναπτυσσόμαστε στον ίδιο κόσμο ο οποίος μένει σταθερός για όλους μας. Παρολαυτά, όμως η ικανότητα να αντιλαμβανόμαστε διαφέρει διότι δεν είμαστε όλοι το ίδιο οξυδερκείς η ευσυνείδητοι ( η διαδικασία μέσω της οποίας κάποιος διαυγάζεται πνευματικά καταφέρνοντας να ξεχωρίσει την πραγματικότητα από την αυθυποβολή ). Ο σολιψισμός δείχνει να μας δίνει δύναμη πάνω στον κόσμο διότι γινόμαστε ικανοί, εξαιτίας του ότι υπάρχουμε μέσα στο ίδιο μας το μυαλό, να προβάλουμε τις σκέψεις, τις κρίσεις και τα συναισθήματα μας για τον κόσμο πάνω από τα αισθητά δεδομένα με τα οποία τον πλάθουμε. Είναι σαν να παρατηρούμε τον κόσμο μέσα από χρωματικούς φακούς.

Παρόλαυτα, ο σολιψισμός μας αποσυνδέει α) από τον δριμύ ρεαλισμό για τον οποίο ο μηδενισμός φημίζεται και β) από την υπερβατικότητα η οποία απαιτεί μια ενώτητα με το όλον μέσα από την κατανόηση της τάξης του. Για να καταλάβουμε αύτην την τάξη πρέπει να αποδεχτούμε την ύπαρξη μιας μοναδικής πραγματικότητας για την οποία μπορούμε να αναπτύξουμε στρατηγικές προσαρμογής και ερμηνείες που θα αδυνατούν όμως να την συλλάβουν πλήρως. Με διαφορετικά λόγια δεν υφίσταται μια απόλυτη, ενυπάρχουσα, έμφυτη αλήθεια στο σύμπαν. Υπάρχει μόνο το σύμπαν δια του εαυτού του. Εμείς το ερμηνεύουμε και δημιουργούμε αλήθειες. Διαθέτει μια λογική προέλευση και αυτό το αρχέτυπο ( κάποιοι θα μιλούσαν για πλατωνικές μορφές ) σχηματίζει μια ακατάσταση φυσική πραγματικότητα, την οποία δυνάμεθα να αναλύσουμε και να κατανοήσουμε ως έναν βαθμό, πλησιάζοντας αυτά τα πρότυπα. Αλλά τα μοντέλα στο κεφάλι μας δεν είναι αντίστοιχα των παραπάνω αρχέτυπων, συνεπώς δεν είναι ίσα, συνεπώς δεν είναι τόσο ”αλήθειες” όσο προσεγγίσεις. Και φυσικά δεν είναι όλες οι προσεγγίσεις ίσες. Οι προσεγγίσεις ενός ανόητου η διανοητικά υποδεέστερου είναι πολύ λιγότερο ακριβείς από αυτές μιας αυτοπειθαρχούμενης διάνοιας.

Θα μπορούσαμε να το δούμε κατ αυτόν τον τρόπο: ( λογικά μοτίβα ) –> μια απόδοση της φυσικής πραγματικότητας –> η αντίληψη μας

Από την άλλη αυτή είναι η δομή της σκέψης μας υπό το πρίσμα του σολιψισμού: υποκειμενική μας αντίληψη –> ( λογικά μοτίβα ) –> μια απόδοση της φυσικής πραγματικότητας.

Οι αλήθειες είναι ανθρώπινη κατασκευή. Όπως ειπώθηκε παραπάνω, είναι κατά προσέγγιση περιγραφές της ενικής πραγματικότητας στην οποία ζούμε. Οφείλουμε να διυλίσουμε τις σκέψεις μας ώστε να γνωρίσουμε την πραγματικότητα και από αυτήν να χτίσουμε σχήματα που λογικώς περιγράφουν ( αλλά δεν αποδίδουν πλήρως ) την δομική της μορφή. Η ουσία του μηδενισμού έγκειται στην αποδέσμευση του προσώπου από τον σολιψισμό, ένα κατάλοιπο του ζωώδους παρελθόντος μας. Η ψυχρή, απρόσωπη λογική δεν φαντάζει θελκτική εξ αρχής, διότι μας θυμίζει πως είμαστε μικροί δίχως κανέναν έλεγχο, αλλά τελικά μετατρέπεται σε έναν θερμό φίλο. Η γνώση πως ο κόσμος μας είναι σταθερός, έχει μια τάξη και πως μπορούμε να αποδράσουμε από την παράνοια του σολιψισμού και λογικώς να τον κατανοήσουμε, με την πάροδο του χρόνου, γίνεται μια περισσότερο παρήγορη θεωρία από το να υποβάλλεται στον έλεγχο των απερίσκεπτων ζωικών εγκεφάλων μας.

Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο o μηδενισμός είναι το αντίθετο του “ κάνε ότι επιθυμείς “. Ο ισχυρισμός αυτός αντανακλά ένα σολιψιστικό ιδεώδες και είναι τόσο παράλογα θρησκευτικός όσο κάθε αμφίβολη μυστικιστική λατρεία. Ο μηδενισμός δεν διασπαθίζει τον χρόνο του ανάμεσα σε ανθρώπινες πολεμικές και στο να προσπαθεί να αναιρέσει πεποιθήσεις. Αντιθέτως, προσφέρει πειθαρχία στην σκέψη και ενάργεια στην αντίληψη, δημιουργώντας έναν διάδρομο προς έναν λογικό χώρο στον οποίο κάποιος μπορεί να ανακαλύψει τι είναι πραγματικό.

Αυτό δεν θα είναι ποτέ ικανοποιητικό για όσους βρίσκονται στο έλεος του λογικού μυαλού. Θέλουν είτε μια εγγενή αλήθεια ομιλούμενη απευθείας σε εμάς μέσω μιας απόλυτης οντότητας, η την απουσία πάσας λογικής, ώστε να αφεθούν ελεύθεροι να επιδιώξουν έλεγχο δια των ζωικών εγκεφάλων τους. Με άλλα λόγια, μπορούμε να γνωρίσουμε την διαύγεια αποκλειστικά μέσα από τον θάνατο – θάνατο στον πίθηκο εντός μας, θάνατος στον άνθρωπο, και σε αυτήν την νηνεμία της ανυπαρξίας, να αποδεχτούμε ότι μας περιβάλλει. Είμαστε ένα μικρό κομμάτι μιας απέραντης τάξης. Κάτι καθόλου βολικό για όσους βρίσκονται δέσμιοι στα δίχτυα του σολιψισμού. Αλλά όπως όλα τα πράγματα στην ζωή, τα φαινόμενα απατούν και η κατανόηση απαιτεί μεγαλύτερη ποσότητα στοχασμού αντί θυμικής αντίδρασης.

Πηγή: Antisocial Evolution

Μετάφραση: Horizontal Mortem (Σύμπραξη αναρχικών – Consumimur Igni)

Πανό και κείμενο για την επιχείρηση Scripta Manent και τις συλλήψεις στην Ιταλία

Τετάρτη τις πρώτες πρωινές ώρες αναρτήσαμε δύο πανό για τους συλληφθέντες στην Ιταλία ως κατηγορούμενος για μέλη της FAI-IRF. Ένα στο Πολυτεχνείο και ένα στα Προπύλαια.

Ακολουθεί κείμενο κριτικής και στοχασμού με αφορμή τα γεγονότα.

“Λίγο πριν το τέλος”

Πρώτες πρωινές ώρες 6 Σεπτέμβρη με τα μαντρόσκυλα της Ιταλικής αστυνομίας στον γνωστό άθλιο, μα συνάμα τιμητικό σε σχέση με το ανάστημα τους, ρόλο, κρούουν ακάλεστοι τις πόρτες 30 διαφορετικών σπιτιών σε όλη την επικράτεια της Ιταλίας αναζητώντας ύποπτους για συμμετοχή σε δράσεις της FAI – IRF. Η αστυνομική επιχείρηση με την κωδική ονομασία “scripta manent” ( τα γραπτά μένουν ) καταλήγει στην φυλάκιση πέντε προσώπων(Αlessandro,Mario,Anna,Daniele,Danilo) πέρα από τις επιπλέον κατηγορίες με τις οποίες φορτώθηκαν οι Nicola Gai και Afredo Cospito έγκλειστοι ήδη από το Σεπτέμβρη του 2012 για τον τραυματισμό του Roberto Adinolfi, δράση την οποία είχαν αναλάβει ως πυρήνας Όλγα FAI – IRF.

Η θέση που διατηρούμε απέναντι στην κοινωνία και το κράτος ως διαμεσολαβητή και όργανο κωδικοποίησης των σχέσεων που αποτυπώνονται στο εσωτερικό της προηγούμενης δεν προδιαθέτει τον απαραίτητο χώρο για τον σχηματισμό αισθημάτων απορίας η αιφνιδιασμού ως απόρροια των κινήσεων της καταστολής. Παρόλ’ αυτά ορισμένες συνθήκες που λειτούργησαν ως στέρεο έδαφος για την ανάπτυξη της επιχείρησης αυτής δεν θα μπορούσαν παρά να μας αφήσουν εμβρόντητους απέναντι σε πρακτικές που έως τώρα, παρά την γνώση πάνω στην πιθανότητα εφαρμογής τους, δεν είχαμε κληθεί να αντιμετωπίσουμε ποτέ. Αυτές ακριβώς οι συνθήκες που ο κάθε εξεγερμένος οφείλει να θέσει στο μικροσκόπιο της κριτικής του και να αναλύσει διεξοδικά αποφεύγοντας την σύγκρουση με αερόλιθους γεγονότων και φτάνοντας στο προφανές και γι΄αυτό καλά συγκαλυμμένο από το σύγχρονο θέαμα γεγονός πως η αναδιάρθρωση των δομών του κεφαλαίου οδηγεί σε αδιέξοδο κλασσικούς μα συγχρόνως σκουριασμένους μηχανισμούς συσσώρευσης του, των οποίων η χρόνια φθορά απαιτεί για την λειτουργία τους όλο και μεγαλύτερες ποσότητες κρέατος. Η ιστορία τους στο κάτω κάτω είναι ικανή να μας προδιαθέσει για τους πρώτους στόχους που θα αποτελέσουν τα θηράματα για την αναβολή μιας αναπόφευκτης κατάρρευσης.

Με μια πρόχειρη ματιά στα γεγονότα παρατηρούμε πως οι κατηγορίες για τις οποίες ασκήθηκε δίωξη στους συλληφθέντες αφορούν επιθέσεις που είχαν πραγματοποιηθεί έως και 15 σχεδόν χρόνια στο παρελθόν, έχοντας πλέον φτάσει στους έσχατους μήνες του 2016. Με μία σπασμωδική, επιφανειακή και εμπρόθετη ματιά στα δρώμενα, που αναζητά μέσω της αφήγησης αναγνώριση στη σφαίρα της πολιτικής αξίας και των διαμεσολαβημένων ανταγωνισμών που εκφράζονται εντός της θα μας ήταν εύκολο να κάνουμε λόγο για αναβαθμισμένες κατασταλτικές επιχειρήσεις απέναντι στους ορκισμένους εχθρούς του κράτους ή για σύγχρονο ολοκληρωτισμό και απόλυτο αστυνομικό έλεγχο. Αυτές οι αναλύσεις όμως εμμένοντας στο αρχαϊκό δίπολο αντίσταση-καταστολή ενώ θα παρείχαν τον απαραίτητο χώρο για ρεμβασμούς στα αχανή πελάγη της θεαματικής υποκουλτούρας, δεν θα προσέθεταν κανένα εργαλείο στην φαρέτρα μας για μια ουσιαστική επίθεση στις δομές του κράτους και της κοινωνίας, αφού πέραν της φαινομενικότητας οι αναρχικοί δεν αποτελούν τον αιώνιο υπονομευτή του κράτους, ούτε το κράτος σε συνάρτηση με την καταστολή, την λυσσαλέα επίθεση ενάντια στους φορείς μιας αόριστης ελευθερίας που μόνο το ίδιο είναι ικανό να εγγυηθεί, μέσα από την διαρκή υπόσχεση της έκθλιψης του. “Πέρα από το κράτος υπάρχει η ελευθερία”. Μια ελευθερία σημασιοδοτημένη από την ιστορική ήττα του απελθόντως κυρίαρχου. Μια μελλοντική προοπτική εμφορούμενη από την παρούσα εποπτεία στον περιορισμό που σμιλεύουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί απλοϊκά δια της παρουσίας τους. Μία ανάγκη για εγκατάσταση στα πλαίσια λόγου που προυποθέτουν την σύγκρουση και των δύο. Της καταστολής ως μονοπώλιο της βίας από το νομιμοποιημένο παρόν, το οποίο καλλιεργεί στους κόλπους του τον έτερο πόλο. Την αντίσταση ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας. Μιας ιστορίας που ποτέ δεν μας εμπεριέχει.

Δίχως όμως να επιθυμούμε να μακρηγορήσουμε, θα υπεισέλθουμε στις λεπτομέρειες των γεγονότων, στρέφοντας την προσοχή μας καθ΄ ολοκλήρου στους τρόπους με τους οποίους εκδηλώνεται η καταστολή, προδιαθέτοντας μας για τις εξελίξεις που διαφαίνονται στο άμεσο μέλλον. Γραφολογικές ταυτοποιήσεις, τεχνολογικός έλεγχος, υπερμεγεθημένα και ταξινομημένα αρχεία σε αναβαθμισμένους υπολογιστές, προσωπικό ειδικευμένο στην εγκληματολογία και στην χαρακτηροανάλυση είναι λίγα μόνο από τα όπλα που το κράτος προτίθεται να εξαπολύσει ενάντια σε όποιον σκοπεύει να παρεκκλίνει από τα σύγχρονα ασταθή όρια της νομιμότητας. Παρατηρώντας όμως σχολαστικότερα τα μέσα που χρησιμοποιούν οι αστυνομικές υπηρεσίες και οι αντιτρομοκρατικές, διαβλέπουμε πως δεν πρόκειται για το στοιχείο εκείνο που θα μας αφήσει άφωνους, ξεπερνώντας τις πιο δυσοίωνες προβλέψεις μας όσον αφορά τις δυνατότητες ενός τεχνικά εξοπλισμένου κράτους. Ο νέος παράγοντας στου οποίου την ανάλυση θα αναδυθούν οι πιθανότητες για μια ουσιαστικότερη ματιά στις συγκυρίες που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε, οφείλει να αναζητηθεί αλλού. Το επιζητούμενο αλλού είναι η ζέση και η επιμονή με τις οποίες οι αρχές τείνουν να διώκουν και στην συνέχεια να τιμωρούν τους παραβάτες που δεν καταβάλλονται από τις αδιάλειπτες απειλές, μένοντας αγέρωχοι απέναντι στα πλήγματα που δέχονται ως συνέπειες της επιλογής τους να αποστατήσουν. Η όλο και εντεινόμενη αυτή εμμονή μας οδηγεί σε δύο συμπεράσματα για τις τάσεις της καταστολής τα οποία αν και εκ πρώτης όψεως παρουσιάζονται αλληλοαποκλειόμενα ή αυτοαναιρούμενα, στην πραγματικότητα αλληλοσυμπληρώνονται υπό την στέγη της κρίσης του έθνους-κράτους ως μηχανισμού παραγωγής λόγου, με απότοκο τον κλυδωνισμό του από τις κρούσεις των απαιτήσεων συσσώρευσης επιμέρους κεφαλαίων. Από την μία πλευρά παρατάσσεται η ιστορικά αποδεικνυόμενη και διαρκώς επαληθευόμενη παραδοχή της επεκτατικής φύσης της καταστολής, η οποία τείνει να καταλαμβάνει το παραμικρό στρέμμα ανοχύρωτου χώρου από τον οποίο απουσιάζουν οι αντιστάσεις, ενώ στον αντίποδα παρατηρούμε τα ανερυθρίαστα αντίποινα της κρατικής μηχανής να ξεσπούν πάνω σε όσους τολμούν να προασπίσουν με οποιονδήποτε υπονομευτικό για την εξορθολογισμένη κοινωνία τρόπο, την επιθυμία τους για ανυπακοή και άρνηση.

Τι είναι αυτό που συμβαίνει; Το συμπέρασμα δεν επιδέχεται διάψευση. Η καταστολή επιτείνει την πίεση της ανεξαιρέτως των αντιδράσεων που συναντά. Συλλογισμός ο οποίος είναι προσιτός στον καθένα που δεν στοχεύει το υπάρχον χρησιμοποιώντας ιδεολογικούς διόπτρες ή δεν παραδίδει τον εαυτό του στις χιμαιρικές αφηγήσεις κινηματικών σκέλεθρων. Απομακρύνοντας τους συνήθεις βαυκαλισμούς που αρέσκονται να παρουσιάζουν το αυτοαποκαλούμενο αναρχικό κίνημα ως πρωταρχική πηγή κινδύνου για το κράτος, επαναφέρουμε στην μνήμη μας μια πρόταση του Μarcuse, ο οποίος το 1967 μελετώντας τα πρώτα δείγματα παρακμής του αρχετυπικού έθνους-κράτους, την ώρα που συντελούταν η μετάβαση του στη νέα του μορφή ουδετεροποιημένου κεφαλαίου και πλήρως εκκοσμικευμένου, απρόσωπου μηχανισμού. Αυτή η παρατήρηση τον είχε οδηγήσει στην διατύπωση προς υπεράσπιση της πολιτικής βίας πως: “Η ενίσχυση αυτή ( της βίας του κράτους ) γίνεται πάντα, ακόμα κι αν αποφεύγουμε την αντιμετώπιση.” Τι είναι αυτό όμως που μοιάζει να μας διαφεύγει και οδηγεί το κράτος σε μια απροϋπόθετη αναβάθμιση του κατασταλτικού του ρόλου; Η απάντηση είναι ίσως ιδιαίτερα απλή. Το έθνος-κράτος αποστερείται των ιδιωμάτων που το καθιστούσαν αποδεκτό μηχανισμό δια της εκπροσώπησης και προδήλως πλέον λαμβάνει τα χαρακτηριστικά ουδέτερου μηχανισμού, με τον ρόλο του να περιορίζεται σε μια τυπική δύναμη εγγύησης της ομαλής ροής του χρήματος και την θρέψη των προσδοκιών αριβιστών της επαγγελματικής πολιτικής οι οποίοι εναλλάσσονται ταχύρρυθμα βάσει των ονειρώξεων που διακατέχουν το ευνουχισμένο πλήθος. Ακόμα και το κράτος σαν κεφάλαιο συνθλίβεται στον χρηματοπιστωτικό καπιταλισμό, αξιοποιημένο σχεδόν αποκλειστικά ως πεδίο τζογαρίσματος, φιλοξενώντας τις προβλέψεις διεθνών οικονομικών οίκων και διατηρώντας το ελάχιστο κεφάλαιο που οφείλει να θυσιαστεί για την ενίσχυση κατασταλτικών μηχανισμών αλλά και την κυκλική καλλιέργεια ψευδών αμφισβητήσεων, στενά συνυφασμένων με τις ανάγκες συσσώρευσης και κίνησης του χρήματος. Αυτή η ουδετεροποίηση του ηθικά και αξιακά σε συνδυασμό με την έκδηλη μεροληψία του οικονομικά το φέρνουν στο χείλος της καταστροφής, αδυνατώντας πλέον να εκπροσωπήσει τον οποιονδήποτε καθώς μετατρέπεται σε έρμαιο χτικιάρικων αφηγήσεων, καταδικασμένων σε μια σύντομη κανιβαλιστική παρουσία για τις αναπαραστάσεις πολεμικών συρράξεων. Η καταστολή είναι η μόνη εναλλακτική που του απομένει ώστε να δηλώσει την πελιδνή του παρουσία. Σε αντιδιαστολή λοιπόν με του ανεκρίζωτους, θυμικούς ισχυρισμούς ανδρείκελων τα οποία νιώθουν την θλιβερή τους φύση να καταρρέει μαζί με ότι έως τώρα εξασφάλιζε και προυπόθετε την συνέχεια τους, η καταστολή και η τιμωρία είναι η άμυνα ενός πληγωμένου θηρίου ή με μεγαλύτερη ακρίβεια ο υπερκαινοφανής ενός άστρου καθώς σβήνει οριστικά.

Η αμείλικτη αντιμετώπιση που αναμένουμε από τα σύγχρονα κράτη δεν θα ‘πρεπε να μας ποδηγετήσει σε ταυτολογικές ατραπούς ενός νοήματος που είναι καταδικασμένο υπό οποιαδήποτε συγκυρία να διασώζεται. Οι αναρχικοί θα οπλιστούν και θα γίνουν επικίνδυνοι όχι για να ρίξουν το κράτος αλλά αντιθέτως το κράτος θα αδυνατεί να επιβιώσει εκτός του καθεστώτος πολιτικής υποπλασίας στο οποίο αναπαράγεται και το οποίο απειλείται όταν τα πρόσωπα αρνούνται έμπρακτα και ένοπλα την ετερονομία της μαζικής κοινωνίας έχοντας ως στόχο να κατασκευάσουν στο τώρα, στην καθημερινότητα, στην βιωμένη προσωπικά εμπειρία, σχέσεις που αποσαρθρώνουν τα θεμέλια της εξορθολογισμένης πολιτικής. Η μεταρσίωση που αποφέρει η ατομική μας εξέγερση, γνωρίζουμε πως αποτελεί την επιτομή μιας λησμονημένης επικοινωνίας και της χαμένης γλώσσας του κοινού, αυθεντικού βιώματος, αδιόρατης σύνδεσης με πολλούς ανώνυμους συντρόφους ανά τον κόσμο. Συντρόφους των οποίων η θέληση να μετατρέψουν τον αφηρημένο κυκλικό χρόνο της εμπορευματικής κοινωνίας σε έναν ωρολογιακό μηχανισμό, σε μια ρώσικη ρουλέτα μεταξύ θριάμβου της ζωής η την πλήρη καταδίκη της, σε ένα φλερτ με τις πιθανότητες που ακύμαντα επιπλέουν στην επιφάνεια της χλιαρής αστικής ζώνης, δεν θα μπορούσε να μας αφήσει ασυγκίνητους.

Ενάντια σε όλους και σε όλα, δύναμη σε όσους οπλίζουν τις αρνήσεις τους απέναντι στην κανονικότητα.

Δύναμη στους Alessandro, Marco, Nicola, Alfredo, Anna, Daniele και Danilo που διώκονται για υποθέσεις της FAI-IRF.

Για την πραγματοποίηση της κατάρρευσης

Αναρχική Σύμπραξη – Consumimur Igni